<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><?xml-stylesheet href="http://www.blogger.com/styles/atom.css" type="text/css"?><feed xmlns='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' xmlns:gd='http://schemas.google.com/g/2005' xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'><id>tag:blogger.com,1999:blog-7531026387033976388</id><updated>2012-02-15T18:24:49.013-08:00</updated><title type='text'>Greeks in Space!</title><subtitle type='html'>Το Γαλανολευκο Blog</subtitle><link rel='http://schemas.google.com/g/2005#feed' type='application/atom+xml' href='http://greeksinspace.blogspot.com/feeds/posts/default'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default?max-results=100'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://greeksinspace.blogspot.com/'/><link rel='hub' href='http://pubsubhubbub.appspot.com/'/><author><name>Elias</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15006996975439612683</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp3.blogger.com/_YHNOnzheP1M/SAyKkrFT8jI/AAAAAAAAAQ4/UJOUxl5gWug/S220/arizona.jpg'/></author><generator version='7.00' uri='http://www.blogger.com'>Blogger</generator><openSearch:totalResults>18</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>100</openSearch:itemsPerPage><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7531026387033976388.post-3889200369354412771</id><published>2010-11-07T02:54:00.001-08:00</published><updated>2010-11-07T02:54:28.449-08:00</updated><title type='text'>XVI. RIP Greeks in Space!...</title><content type='html'>&lt;span style="color: #bf9000;"&gt;Ας ανακοινωθεί και επίσημα: το &lt;/span&gt;&lt;b style="color: #bf9000;"&gt;&lt;i&gt;&lt;a href="http://greeksinspace.blogspot.com/"&gt;Greeks in Space!&lt;/a&gt;&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;span style="color: #bf9000;"&gt; είναι νεκρό από καιρό... Έχασα τη συνέχεια μέσα στην αναστάτωση της "Σαμαρκάνδης" και δεν υπάρχει περίπτωση να την ξαναγράψω από μνήμης. Ό,τι έγραψα έγραψα στη ζωή μου, έκλεισα πλέον, φινίτο.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color: #bf9000;"&gt; Πριν λίγες μέρες όμως ανακάλυψα στο Dropbox μερικά κειμενάκια αυτής της συνέχειας. Τα είχα ανεβάσει εκεί γιατί τα δούλευα τότε από δύο και τρεις Η/Υ, κι ορισμένα από αυτά ξεχάστηκαν στο Internet. Αυτό λοιπόν που μπορώ να κάνω είναι να σας προσφέρω μία διανθισμένη σύνοψη του τέλους, να μη μείνετε με την απορία - είναι και σχετικό με τις παρούσες δημοτικές εκλογές. Είχαμε αφήσει λοιπόν την πλοκή σε τέσσερα σημεία:&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color: #bf9000;"&gt; 1) Στον εξωγήινο πλανήτη, ο Σούσι συναπαντήθηκε με μια αγέλη πιθηκοειδών και συμπτωματικά πυροδότησε σ’ αυτά μια διαδικασία ταχύρρυθμης εξέλιξης (&lt;/span&gt;&lt;b style="color: #bf9000;"&gt;&lt;a href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/07/xv-also-sprach-zaratustra.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;&lt;/b&gt;&lt;span style="color: #bf9000;"&gt;).&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color: #bf9000;"&gt; 2) Ο Μίλτος συνάντησε μια χελώνα μεγάλη σαν ελέφαντα, την καβάλησε κι αυτή ξεκίνησε να τον οδηγεί... κάπου (&lt;/span&gt;&lt;b style="color: #bf9000;"&gt;&lt;a href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/blog-post_09.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;&lt;/b&gt;&lt;span style="color: #bf9000;"&gt;).&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color: #bf9000;"&gt; 3) Στην Υπερβατική Πραγματικότητα, ο ΘτΕ και το Μούσι σχεδίαζαν μια κομπίνα με την εταιρεία &lt;/span&gt;&lt;i style="color: #bf9000;"&gt;ΕΛΛΑΔΑ Α.Ε&lt;/i&gt;&lt;span style="color: #bf9000;"&gt;. Συγκεκριμένα, να την πουλήσουν σε μια Επενδυτική Επιχείρηση που αναπτύσσεται κι επενδύει σε Ελληνικές Πραγματικότητες, παρουσιάζοντας μια υποτιθέμενη καλή προσφορά στη δική τους Συνέλευση των Μετόχων, κρυφά όμως τα είχαν κάνει πλακάκια με τον Εργολάβο της αγοράστριας εταιρείας: έναντι ενός καλού μεριδίου, αυτός θα παρουσιάσει στο ΔΣ της επιχείρησής του μια υποτιθέμενα συμφέρουσα τεχνική μελέτη για την ανάπλαση των σκηνικών της&lt;/span&gt;&lt;i style="color: #bf9000;"&gt; ΕΛΛΑΔΑ Α.Ε&lt;/i&gt;&lt;span style="color: #bf9000;"&gt;. – δηλαδή, της γνωστής μας Ελλάδας... Στο τέλος, ο ΘτΕ και το μούσι θα βουτήξουν τα χρήματα της πώλησης και θα την κοπανήσουν (&lt;/span&gt;&lt;a href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/viii-money-talks.html" style="color: #bf9000;"&gt;&lt;b&gt;εδώ&lt;/b&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="color: #bf9000;"&gt;). &lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color: #bf9000;"&gt; 4) Οι υπόλοιποι αστροναύτες στον &lt;/span&gt;&lt;i style="color: #bf9000;"&gt;Οδυσσέα&lt;/i&gt;&lt;span style="color: #bf9000;"&gt; ετοιμάζονταν κι αυτοί να προσγειωθούν στον εξωγήινο πλανήτη (&lt;/span&gt;&lt;b style="color: #bf9000;"&gt;&lt;a href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/07/xii.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;&lt;/b&gt;&lt;span style="color: #bf9000;"&gt;).&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color: #bf9000;"&gt; Τι γίνεται παρακάτω:&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color: #bf9000;"&gt; Ο Μίλτος συναντά κάποιους ταξιτζήδες που τον πηγαίνουν στο στέκι τους. Διαπιστώνει ότι η χώρα, που ονομάζεται Λλάδα με πρωτεύουσα τη Θήνα, μοιάζει υπερβολικά πολύ με την Ελλάδα, στο πιο cyberpunk όμως. Οι ταξιτζήδες τον παγιδεύουν και τον πηγαίνουν αιχμάλωτο στον σατανικό ηγέτη της δημοτικής αντιπολίτευσης, τον Έλβε Νιζέλ, ο οποίος είχε ειδοποιηθεί για την άφιξή του από τη &lt;/span&gt;&lt;i style="color: #bf9000;"&gt;Μαρτυρία του Τρελού Αρνητιστή&lt;/i&gt;&lt;span style="color: #bf9000;"&gt; (&lt;/span&gt;&lt;b style="color: #bf9000;"&gt;&lt;a href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/xi.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;&lt;/b&gt;&lt;span style="color: #bf9000;"&gt;)&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Μίλτος κατάλαβε πως κάτι συνέβαινε. Δεν ένιωθε πια τον κυματιστό καλπασμό της χελώνας, τον ενοχλούσε κι η τσιριχτή μουσική. Προφανώς το κτήνος θα είχε σταματήσει κάπου. Ίσως στον αφέντη του, ό,τι και να ήταν αυτός, ή στο μέρος που ήξερε να επιστρέφει πάντα. Με μια γενναία κίνηση, ο Μεταφυσικός Αριστερός άλλαξε πλευρό και προσπάθησε να ξανακοιμηθεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένα δευτερόλεπτο μετά, είχε ανοίξει τα μάτια του. Είδε τη χελώνα να βόσκει τα φύλλα ενός χαμηλού κλαδιού από κάποιο δέντρο και δίπλα της...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;...στέκονταν δύο αντρικές φιγούρες! &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν άνθρωποι, χωρίς αμφιβολία. Ο ένας ήταν ψηλός και λεπτός, ενώ ο άλλος ήταν ένας παχουλός μεσήλικας. Είχαν ανοιχτό δέρμα, λεπτά μάτια με ίσια φρύδια σαν περισπωμένες και μακριά μαλλιά. Τα ρούχα τους ήταν από κάποιο ακαθόριστο υλικό, μάλλον ένα είδος μαλλιού, και τύλιγαν μονοκόμματα τα σώματά τους. Κρατούσαν κάποια περίεργα φλάουτα και έπαιζαν σκοπούς στη χελώνα, ενώ δεν έδειχναν να προσέχουν τον ξεβράκωτο επιβάτη στη ράχη της. Ο Μίλτος ζύγισε την κατάσταση και αποφάσισε ότι δεν υπήρχε λόγος να το βάλει στα πόδια ούτε να βάλει τις φωνές. Το μόνο πράγμα που έπρεπε να βάλει ήταν τα πράγματα στη θέση τους. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πώς όμως θα επικοινωνούσε μαζί τους; Θα χρειαζόταν χρόνια να μάθει τη γλώσσα τους ή αυτοί τη δική του κι εντωμεταξύ θα έπρεπε να συνεννοηθεί με νοήματα. Θα τον καταλάβαιναν όμως; Θα ήταν άραγε συμβατή η ελληνική κουλτούρα του με την εξωγήινη δική τους; Μήπως οι χειρονομίες φιλίας θα εκλαμβάνονταν ως προτροπές άσεμνων πράξεων; Σηκώθηκε όρθιος κι έβαλε το πόδι του στην ανεμόσκαλα, τη στιγμή ακριβώς που η χελώνα έφτανε ένα ψηλότερο κλαδί και τον πετούσε από τη ράχη της. Κατέβηκε κουτρουβαλώντας τα τέσσερα μέτρα που τον χώριζαν από το έδαφος και βρέθηκε να κοιτάζει τους δύο άντρες ξαπλωμένος φαρδύς-πλατύς. Σήκωσε το δεξί του χέρι σε μία κίνηση χαιρετισμού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτοί τον μούντζωσαν κεφάτα και ξαναγύρισαν στη μουσική τους. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Μίλτος έμεινε για λίγο να τους κοιτάει, μετά στάθηκε στα πόδια του αργά, «εγώ φίλος», είπε, «φίλος», δείχνοντας τον εαυτό του και αρθρώνοντας μία-μία τις συλλαβές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ψηλός άντρας έβγαλε το φλάουτο από το στόμα του. «Κι εμείς ταξιτζήδες-ταξιτζήδες».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Μίλτος έμεινε μ’ ανοιχτό το στόμα για τρίτη φορά εκείνο το απόγευμα. Εξωγήινοι που μιλούν ελληνικά! Βέβαια, ο ίδιος είχε δει πολλές ταινίες Επιστημονικής Φαντασίας του εικοστού αιώνα με τον ξανθό γήινο που φτάνει στον άγνωστο πλανήτη και τον χαιρετά η εξωτική καλλονή στη γλώσσα του, όλοι όμως οι κριτικοί συμφωνούσαν πως οι ταινίες αυτές ήταν χαμηλού επιπέδου και μηδαμινής καλλιτεχνικής αξίας. Όμως να που συνέβαινε στ’ αλήθεια! (αν και χωρίς τις εξωτικές καλλονές). Ήταν η ίδια η πραγματικότητα άραγε χαμηλού επιπέδου και μηδαμινής καλλιτεχνικής αξίας;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η χελώνα, όλη αυτήν την ώρα, έτρωγε τα φύλλα του δέντρου με βουλιμία αδιαφορώντας για τις διαπολιτιστικές επαφές που λάβαιναν χώρα δίπλα της. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εμ, κοιτάξτε…» είπε ο Μίλτος. «Είμαι ξένος εδώ, μόλις έφτασα και, εεεεε, χρειάζομαι λίγες πληροφορίες. Κάποια καθοδήγηση, ας πούμε».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Αυτό είναι ρε, το πέτυχες επιτέλους!» φώναξε ο κοντότερος άντρας στον άλλον που κατάφερε να παίξει έναν ιδιαίτερα μπάσο σκοπό. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Πολύ μανίκι αυτές οι χαμηλές οκτάβες…» &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Συνέχισε. Τώρα που το ‘πιασες, παίξ’ το μέχρι να το μάθεις. Μη σου ξεφύγει άλλη φορά το ταξί».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μήπως θα μπορούσατε να με πάτε στο χωριό σας, στην πόλη σας, στον πολιτισμό σας τέλος πάντων;» ζήτησε ο Μίλτος που ακόμα δεν πίστευε ότι μιλούσε ελληνικά σε εξωγήινους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο κοντός άντρας τον κοίταξε εξεταστικά. «Να υποθέσω ότι δεν έχεις λεφτά-λεφτά».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ε… όχι. Τι λεφτά έχετε εσείς εδώ; Όχι, δε νομίζω».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Καλά. Δεν πειράζει, ρε φίλε-φίλε. Θα μου τα χρωστάς». Ο άντρας γύρισε στον ψηλό: «Έλα, ρε 12, γυρνάμε στην πιάτσα!» του είπε κι ο άλλος σκαρφάλωσε αμέσως στη χελώνα. «Πάμε πίσω στο στέκι μας, την &lt;i&gt;Κλεπτομανία&lt;/i&gt;» εξήγησε ο κοντός στον Μίλτο. «Μήπως θες να ρίξεις κάτι πάνω σου;».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο κοντός ανέβηκε την ανεμόσκαλα και κάθισε σταυροπόδι στο καύκαλο δίπλα στον συνάδελφό του. Έψαξε κάτω από τις φλοκάτες των πάγκων μέχρι που ξετρύπωσε μια φόρμα φτιαγμένη από το ίδιο υλικό με τα ρούχα του και την πέταξε στον Μίλτο. Ήταν τελικά ένα είδος μαλλιού, ζεστό αλλά ευχάριστο, αποφάνθηκε ο Μεταφυσικός Αριστερός. Ντύθηκε, ανέβηκε στη χελώνα και κάθισε σε έναν πάγκο βολεύοντας δίπλα του τον πολύτιμο σάκο με τα μοναδικά του αγαθά: τον Ηλεκτροσυνδικαλιστή και το Κομμουνιστικό Κοράνι. Ο ψηλός άντρας έπαιξε μια απλή μελωδία με τρεις νότες κι η χελώνα ανασηκώθηκε. Μια άλλη πιο περίπλοκη μελωδία την έκανε να στρίψει και να πάρει ένα δρομάκι μέσα στο δάσος τριποδίζοντας χαριτωμένα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Η χελώνα υπακούει στη μουσική;» ρώτησε ο Μίλτος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Φυσικά. Αρκεί να μην κάνεις λάθη, όπως ο 12 από δω. Είναι καινούργιος, δεν το ‘χει ακόμα» εξήγησε ο κοντότερος. O 12 έβγαλε το φλάουτο από το στόμα του για να πει κάτι, όμως η χελώνα άρχισε να επιταχύνει κι ο ταξιτζής βιάστηκε να ξαναπαίξει πάλι την προηγούμενη μελωδία. Η χελώνα έκοψε ταχύτητα κι ο κοντός συνέχισε: «Του ξέφυγε το ταξί και το ψάχναμε όλο το πρωί. Πάλι καλά που το βρήκες και μας το ‘φερες. Ευχαριστούμε πολύ, ρε φίλε-φίλε».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Παρακαλώ» απάντησε ο Μίλτος ενώ σκεφτόταν ότι στην πραγματικότητα το ταξί έφερε εκείνον. Το κτήνος συνέχισε το δρόμο του καλπάζοντας μέσα από πράσινα λιβάδια, πρασινοντυμένα ρέματα, πρασινισμένες πλαγιές, καταπράσινους λόφους και σμαραγδένιες κοιλάδες. Το δάσος με τα ψηλά δέντρα είχε μείνει για τα καλά πίσω τους, οι τρεις άντρες βρέθηκαν σε μια πλατιά έκταση που απλωνόταν σχεδόν από τη μία άκρη του ορίζοντα ως την άλλη. Λίγες σποραδικές πινελιές από μοναχικά λουλούδια σπίλωναν εδώ κι εκεί την πράσινη τελειότητα του απέραντου χλοοτάπητα κι ο Μεταφυσικός Αριστερός έμεινε να κοιτάζει γεμάτος θαυμασμό.  &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Δε μου είπες τ' όνομά σου», ρώτησε σε κάποια στιγμή τον κοντότερο ταξιτζή, όταν κατάφερε να ξαναβρεί τη μιλιά του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εγώ είμαι ο 235».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Χάρηκα, 235. Τι λέει, πώς πάει η ζωή;».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Καλά, δεν έχω παράπονο. Πετυχαίνω τις τρύπες μου».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Διέσχισαν ένα ποτάμι από μια πέτρινη γέφυρα και βγήκαν σε έναν φαρδύ δρόμο. Σε λίγο άρχισαν να προσπερνούν και ανθρώπους, ντυμένους επίσης με παρόμοια μάλλινα υφάσματα, που περπατούσαν νωχελικά συζητώντας μεταξύ τους και δεν έδιναν πολλή σημασία στην περαστική χελώνα. Τους ακολουθούσαν πάντα κάποιοι σκυφτοί πίθηκοι διατηρώντας μια σταθερή απόσταση και κουβαλώντας περίεργες μακριές τσάντες – ο Μίλτος θυμήθηκε εκείνο το πιθηκοειδές στο δάσος κι αναγνώρισε το είδος. Σε κάποια στιγμή διασταυρώθηκαν με μια άλλη χελώνα που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση. Οι οδηγοί έβγαλαν τα φλάουτα από το στόμα τους, αλληλομουντζώθηκαν, αντάλλαξαν στα γρήγορα μερικές φιλικές βρισιές και συνέχισαν το δρόμο τους. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Γιατί χαιρετιέστε έτσι;» ρώτησε ο Μίλτος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Η παράδοση της θρησκείας» εξήγησε ο 235. «Τα πέντε δάχτυλα, οι πέντε κορυφές του Μεγάλου Πενταγώνου – του Θεού, δηλαδή».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ο Θεός σας είναι ένα γεωμετρικό σχήμα;». &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ο Θεός είναι ένας, δεν υπάρχει ‘Θεός μας’ και ‘Θεός σας’. Για να γίνει όμως κατανοητός στον περιορισμένο ανθρώπινο νου, ο Άναρχος και Άκτιστος φανερώθηκε έτσι πριν πολλούς αιώνες στους αληθινούς πιστούς του». Είδε ότι ο Μίλτος τον παρακολουθούσε με ενδιαφέρον και συνέχισε: «Ήταν σ’ εκείνες τις προϊστορικές εποχές. Η Λλάδα πολεμούσε με μία γειτονική φυλή απίστων –» &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Πώς λέγεται η χώρα σας; Λάδα;» &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ναι, δύο λάμδα. Λλάδα. Πολεμούσε λοιπόν με μια φυλή απίστων κι ο κόσμος πεινούσε γιατί ο πόλεμος κρατούσε χρόνια χωρίς κανένας να νικά. Οι δύο στρατοί ήταν τελείως ισοδύναμοι. Ο Θεός όμως δεν ξέχασε τον εκλεκτό λαό του και φανερώθηκε ένα βράδυ σε έναν ιερέα με μορφή πενταγώνου. Οι εποχές εκείνες ήταν τελείως πρωτόγονες, μιλάμε, ο τροχός δεν είχε ακόμα ανακαλυφθεί, όλοι είχαν φτάσει μέχρι το τετράγωνο. Ο ιερέας μίλησε για το όραμά του, οι τεχνικοί πρόσθεσαν μία ακόμα γωνία στις ρόδες των πολεμικών κάρων κι οι Λληνες απέκτησαν αποφασιστικό πλεονέκτημα στα μεταφορικά τους μέσα. Έτσι κέρδισαν τον πόλεμο».     &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είδαν κι άλλες περαστικές χελώνες, είτε με πολλούς επιβάτες στη ράχη τους είτε με έναν μοναδικό οδηγό, προφανώς ΙΧ αυτές οι τελευταίες. Λίγο αργότερα φάνηκαν και κάποια απροσδιόριστα οικοδομήματα που πλήθαιναν ολοένα και περισσότερο – ο Μίλτος κατάλαβε ότι πλησίαζαν σε αστικό περιβάλλον. Ο ψηλός σφύριξε ξαφνικά μια διαφορετική μελωδία στο φλάουτο, η χελώνα έστριψε και κατευθύνθηκε σε ένα από αυτά τα οικοδομήματα. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φτάσανε σε ένα σπίτι κακοφτιαγμένο σαν καλύβα ή σε μια καλύβα καλοφτιαγμένη σαν σπίτι. Είχε πέντε βαθουλωτούς τοίχους από κάποιο ασπριδερό υλικό και μια μπροστινή αυλή, στην οποία βοσκούσαν κάποιες παρκαρισμένες χελώνες. Συστάδες δέντρων οριοθετούσαν τις πλευρές της και ξεχώριζαν το γρασίδι της υπόλοιπης κοιλάδες από το απαράλλαχτο γρασίδι της αυλής. Στο πίσω μέρος υπήρχε μια μεγάλη προέκταση – αποθήκη μάλλον ή στάβλος ή και τα δύο μαζί. Αμέτρητοι πίθηκοι πηγαινοέρχονταν εδώ κι εκεί κουβαλώντας διάφορα πράγματα, ενώ δίπλα στην εξώπορτα της αυλής υπήρχε μια ξύλινη ταμπέλα με την επιγραφή &lt;i&gt;Κλεπτομανία&lt;/i&gt; – στα ελληνικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εδώ είμαστε», είπε ο 235 και ξεπέζεψε με ένα μελετημένο σάλτο περιμένοντας τον Μίλτο να κάνει το ίδιο. «Το φαγητό πρέπει να ‘ναι έτοιμο», σχολίασε μυρίζοντας τον αέρα. Ο Μεταφυσικός Αριστερός τον μιμήθηκε καταφέρνοντας να μη χτυπήσει κι ο 12 πήρε τη χελώνα για παρκάρισμα. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Από τη χαμηλή πόρτα του χτίσματος βγήκε μία κοντή γυναίκα με ασουλούπωτο σώμα και γωνιώδες πρόσωπο, που θύμιζε σακί γεμάτο πατάτες. Είδε τους δύο άντρες και τους μούντζωσε. Ο 235 τής ανταπέδωσε τη μούντζα. «Όι!» φώναξε κι έδειξε τον Μίλτο, «βάλε ακόμα ένα πιάτο!». Η γυναίκα παρατήρησε για λίγα δευτερόλεπτα το νεοφερμένο, στράφηκε σ' έναν πίθηκο δίπλα της, κάτι του είπε κι αυτός βιάστηκε να φύγει σκουντουφλώντας. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η &lt;i&gt;Κλεπτομανία&lt;/i&gt; ήταν ένας μάλλον μικρός χώρος με εντελώς cyberpunk ατμόσφαιρα. Μέσα του στριμώχνονταν ένα τσούρμο ταξιτζήδες που ταυτόχρονα έτρωγαν, έπιναν, φώναζαν και τσακώνονταν πάνω από μακριές ξύλινες τάβλες. Ο καπνός από τα τσιγάρα γέμιζε το χώρο, ενώ τρεις πίθηκοι μπαινόβγαιναν συνέχεια φέρνοντας ποτά, μεζέδες, αδειάζοντας τασάκια και μεταφέροντας τους τραυματίες. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι από επιγραφές κι από διάφορα ξεφτισμένα διακοσμητικά με θέμα τη χελώνα. Υπήρχαν δύο πελώριοι χάρτες που κάλυπταν τον ανατολικό τοίχο κι ο Μεταφυσικός Αριστερός προχώρησε να τους μελετήσει. Ο ένας έδειχνε, σε άγνωστη κλίμακα, μία χώρα που έμοιαζε πολύ με την Ελλάδα. Ανησυχητικά πολύ. Ο Μίλτος ξεροκατάπιε και κράτησε την αναπνοή του. Όλο το κεντρικό τμήμα της χώρας φαινόταν πεδινό και καλυπτόταν από μία πράσινη μουτζούρα, προφανώς δάσος. Χοντρές γραμμές, προφανώς δρόμοι, τη διέσχιζαν από άκρη σ’ άκρη. Τα νησιά ήταν λιγότερα κι η ‘Χαλκιδική’ πιο λεπτοκαμωμένη, η ‘Πελοπόννησος’ γεμάτη με νορβηγικά φιόρδ, πολλά βουνά απουσίαζαν, το ίδιο κι ένα ποτάμι έξω από τη Θεσσαλονίκη – Γαλλικός, Αξιός, Λουδίας, ο Μίλτος πάντα τα μπέρδευε – ο ‘Παγασητικός’ ήταν λίμνη, όπως κι η λιμνοθάλασσα του ‘Μεσολογγίου’, το ‘Λαγονήσι’ είχε γίνει όντως νησί... Υπήρχαν και κάποιες άλλες απροσδιόριστες διαφορές, τελικά όμως αυτό που έβλεπε ήταν ένας χάρτης μιας cyberpunk Ελλάδας.  &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο δεύτερος χάρτης απεικόνιζε μια αχανή πόλη με ατέλειωτους δαιδαλώδεις δρόμους. Όπως ο μαγνήτης διατάσσει τα ρινίσματα του σιδήρου αξονικά γύρω από τους πόλους του, έτσι κι ο λαβύρινθος των δρόμων έμοιαζε να είναι διατεταγμένος γύρω από ένα εμφανώς μεγάλο κτίριο στο κέντρο της. «Το Δημαρχείο» είπε ο 235 δίπλα του καρφώνοντας με το δάχτυλο το κτίριο, «η Θήνα» έκανε κατόπιν μουντζώνοντας την πόλη, «η Λλάδα» κατέληξε κάνοντας ένα νεύμα στη χώρα του διπλανού χάρτη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Και πού είμαστε εμείς τώρα;».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εδώ». Ο 235 έδειξε ένα σημείο λίγο έξω από την πόλη, λίγο πιο πέρα από εκεί που άρχιζαν τα πρώτα σπίτια. Κάπου στον ‘Ασπρόπυργο’.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κουβέντα κόπηκε από τη φασαρία που έκαναν οι πίθηκοι-σερβιτόροι, καθώς εισέβαλλαν φορτωμένοι με καινούργια πιάτα και ποτήρια. Ο 235 κάθισε αμέσως σ’ ένα κάθισμα, το ίδιο και ο 12 που μόλις είχε καταφτάσει. Ο Μίλτος θυμήθηκε ότι πεινούσε και τους ακολούθησε. Σύντομα είχαν μπροστά τους πιάτα με κάποιο πηχτό ζουμί και ποτήρια με κάτι σαν μπύρα. Πέσανε όλοι με τα μούτρα στο φαγητό – εκτός από τον Μίλτο, που κοίταξε το πιάτο του δύσπιστα. «Χελωνόσουπα», του είπε ο 235 και του έκανε μία χειρονομία ‘φάε, άντε’. Ο Μεταφυσικός Αριστερός βύθισε το κουτάλι του στο βαθύ πιάτο και το έβγαλε γεμάτο με λαδοπράσινο υλικό. Το δοκίμασε προσεκτικά. &lt;i&gt;Ασυνήθιστη και κάπως λασπερή γεύση&lt;/i&gt;, αποφάσισε. &lt;i&gt;Ερπετοειδής&lt;/i&gt;.  &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για αρκετή ώρα ακούγονταν μόνο οι ήχοι του φαγητού. Οι δύο ταξιτζήδες έμοιαζαν να βρίσκουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον στη σούπα τους παρά στον ξένο με το παράξενο όνομα που μπήκε ξαφνικά στη ζωή τους. Μετά από πολλά πιάτα και μπόλικη μπύρα, οι δύο ταξιτζήδες σηκώθηκαν από την τάβλα ενώ ο Μίλτος έγειρε πίσω στο κάθισμα ικανοποιημένος από τον εαυτό του. Το βλέμμα του περιέτρεξε τους ασπριδερούς τοίχους της αίθουσας και ξαφνικά κατάλαβε το υλικό τους: καύκαλο χελώνας. Φαίνεται ότι οι εργολάβοι της Λλάδας χρησιμοποιούσαν τις τερατοχελώνες για δομικό υλικό… Αλλά και οι μάγειρες τις χρησιμοποιούσαν για τροφή, οι ταξιτζήδες για μεταφορικό μέσο… &lt;i&gt;Χελωνική οικονομία&lt;/i&gt;, σκέφτηκε ο Μεταφυσικός Αριστερός και αναρωτήθηκε σε ποιο στάδιο εξέλιξης βρισκόταν η κοινωνία αυτής της τόσο περίεργα ελληνότροπης χώρας. Χρειαζόταν περισσότερες πληροφορίες για τα μέσα παραγωγής και την ιδιοκτησία τους, για το προλεταριάτο και την αλλοτρίωσή του, για τις καρμικές σχέσεις ανάμεσα στο λαό και στις εξουσιαστικές ελίτ. Αλλά και για την οικονομία της Λλάδας. Θα έπρεπε να συγκέντρωνε πολύ υλικό ακόμα για να μπορέσει, με το Κομμουνιστικό Κοράνι, να σχεδιάσει ένα προσχέδιο επαναστατικής διαφώτισης των μαζών. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όχι ακόμα όμως, πρώτα έπρεπε να χωνέψει το φαγητό. Ήπιε μια γουλιά από την μπύρα και χάιδεψε αφηρημένα το σάκο. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε στο χώρο της αίθουσας και κατέληξε σε μία ταμπέλα στον απέναντι τοίχο που έγραφε με μεγάλα γράμματα: ‘Η Ιδιοκτησία Είναι Κλοπή’. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είδε μια μικρότερη ταμπέλα κάτω από αυτήν που δεν την είχε αντιληφθεί προηγουμένως. Χρειάστηκε να ανασηκωθεί λίγο στην καρέκλα του για να διαβάσει: ‘Όλα Είναι Υπό Καθεστώς Κλοπής’. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πρόσεξε και μια πιο μικρή ταμπέλα ακόμα χαμηλότερα από τις άλλες, στο ύψος περίπου της κοιλιάς του. Σηκώθηκε, πήγε ως τον τοίχο και τη διάβασε: ‘Μην Εμπιστεύεστε Τίποτα, Ούτε Καν Αυτή Την Ταμπέλα’. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παρατήρησε και μια τέταρτη ταμπέλα λίγο πάνω από το πάτωμα. Σχεδόν διπλώθηκε στα δύο για να μπορέσει να διακρίνει τα μικροσκοπικά της γράμματα: ‘Όσο Διαβάζεις, Κάποιος Σε Κλέβει’. Εκείνη τη στιγμή ήταν που συνειδητοποίησε ότι δεν ένιωθε το βάρος του σάκου στον ώμο του• το λουρί είχε κοπεί και κάποιος έτρεχε με μεγάλες δρασκελιές προς την πόρτα. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ε! Σταμάτα, ρε! Σταματήστε τον!». &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κανένας δε φάνηκε να δίνει σημασία. Ο Μίλτος πετάχτηκε πίσω από τον κλέφτη, βγήκε στην αυλή με τις παρκαρισμένες χελώνες και κοίταξε γύρω του. Είδε μια φιγούρα να τρέχει προς ένα μακρινό υπόστεγο και την αναγνώρισε αμέσως: ήταν ο 12, ο ψηλός ταξιτζής. Ο Μεταφυσικός Αριστερός ρίχτηκε πίσω του, καθώς τον έβλεπε να εξαφανίζεται μέσα στο υπόστεγο, τρομάζοντας τους πανταχού παρόντες πιθήκους που έσπευσαν να εξαφανιστούν ουρλιάζοντας. Έφτασε στο υπόστεγο και είδε δύο χελώνες να μαδάνε τα φύλλα από κάποια δεμάτια με κλαδιά που τους είχαν κρεμάσει από τη σκεπή. Πουθενά ο 12. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Μίλτος όρμησε ανάμεσα από τα κτήνη, έφτασε στην άλλη άκρη του υπόστεγου και δεν είδε τίποτα άλλο παρά μόνο τις δύο τεράστιες χελωνοουρές. Ξαναγύρισε πίσω λαχανιασμένος, στάθηκε μια στιγμή, μετά έπεσε στο χορτάρι και κοίταξε κάτω από τις χελώνες: είδε ένα ζευγάρι μπότες στην άλλη μεριά του υπόστεγου. Άρχισε να σέρνεται στα τέσσερα με το κεφάλι του να χτυπάει πού και πού στην κοιλιά των χελώνων, ελπίζοντας τα κτήνη να μην έχουν κάποια ξαφνική έμπνευση να κάτσουν στ’ αυγά τους. Οι μπότες έρχονταν όλο και πιο κοντά. Πέρασε κάτω από την μια χελώνα, κατόπιν από την άλλη, συσπειρώθηκε, και μ’ ένα σάλτο άρπαξε τις μπότες με δύναμη για να πετάξει κάτω αυτόν που τις φορούσε. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βρέθηκε να κρατάει δυο άδειες μπότες. Την επόμενη στιγμή, ένα χτύπημα στο κεφάλι τον έκανε να χάσει τις αισθήσεις του. Ο 12 προσγειώθηκε από την ανεμόσκαλα στη ράχη της χελώνας. Στο χέρι του κρατούσε ένα χοντρό ραβδί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color: #bf9000;"&gt;Ο &lt;/span&gt;&lt;i style="color: #bf9000;"&gt;Οδυσσέας&lt;/i&gt;&lt;span style="color: #bf9000;"&gt; προσγειώνεται στον εξωγήινο πλανήτη. Οι αστροναύτες κατεβαίνουν και τους υποδέχεται ο Δήμαρχος της Λλάδας, Μέτακ Σας, ορκισμένος εχθρός του σατανικού Έλβε Νιζέλ.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ρε, που να πάρει και να σηκώσει, τι το θες τώρα το κραγιόν;!» φώναξε ο Γιάννης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Έλα, έλα, μισό λεπτουδάκι λέμε…» νιαούρισε η Ρούλα καθώς έκανε φύλλο και φτερό το χώρισμα με τα προσωπικά της είδη κι έστελνε μία βροχή από αντικείμενα επάνω στο κρεβάτι της καμπίνας τους: βούρτσα, γούνινες παντόφλες, κομπιουτεράκι με ροζ κουμπιά και κολλημένα στρας, πούδρα, τσιμπιδάκια για τα μαλλιά, γάντια, έξι περιοδικά μόδας, έξι μπουκαλάκια με μία δόση κρέμα (δώρο περιοδικού), γαλάζιες χάντρες, βραχιόλια, κατευναστική για το άγχος μπαλίτσα που την πιέζεις και κάνει γκλιν-γκλον, ωτοασπίδες, νάιλον σκουφί για το μπάνιο, σετ κραγιόν, χαρτομάντιλα, παυσίπονα… σετ κραγιόν; «Νάτο!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Γιάννης μούγκρισε κάτι ακαθόριστο καθώς έβλεπε τη Ρούλα να κάθεται μπροστά στον καθρέφτη, να περνάει πρώτα τα χείλη της με μολύβι, κατόπιν με ένα πινελάκι αργά και προσεκτικά, και μετά από πολλή ώρα να μαγκώνει ένα χαρτομάντιλο ανάμεσά τους. Ξέσπασε μόνο στο τέλος, όταν την άκουσε να αναρωτιέται αν πρέπει να βάλει και lip gloss. «Σώνε, ρε κορίτσι μου! Μας γκάστρωσες πια και… και…»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εντάξει, δε βάζω lip gloss. Εντάξει λέμε! Ικανοποιήθηκες;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Είσαι σοβαρή, ρε Ρούλα; Μια ώρα έχουμε που προσγειωθήκαμε κι εσύ στολίζεσαι; Πότε θα κατεβούμε κάτω, πότε θα συναντήσουμε αυτούς τους εξωγήινους; Ο Χάρης κι η Κάτια είναι έτοιμοι, εμάς περιμένουν, ενώ εσύ… μα τι κάνεις τώρα;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα ξεκούμπωσε τα πάνω κουμπιά της φόρμας της και μελέτησε το αποτέλεσμα στον καθρέφτη. Τράβηξε με τα χέρια της λίγο περισσότερο το άνοιγμα και τέντωσε τη φόρμα προς τα κάτω. Απομάκρυνε τα μαλλιά της, συλλογίστηκε λίγο, και με μία γενναία κίνηση ξεκούμπωσε άλλα τρία κουμπιά δίνοντας στην εικόνα της ένα τζακ-ποτ στήθους. «Μισό, τελειώνω». &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Για στριπτήζ ετοιμάζεσαι;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Έλα, μη λες χαζά». Πήγε να ξεκουμπώσει άλλο ένα κουμπί, όταν όμως έκανε πρόβα σκύβοντας μπροστά, μετάνιωσε και το άφησε. «Είμαι ρέντι!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ρέντι για να πηδηχτείς με τους εξωγήινους; Όπως έκανες και στις εξετάσεις του ΑΣΕΠ;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τζιζ, τζιζ, πιπέρι. Άσ’ τις βλακείες και–»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εσύ ν’ αφήσεις τις βλακείες! Έχουμε προσγειωθεί σ’ έναν άγνωστο πολιτισμό, εξωγήινο, μέσα σε κάτι που μοιάζει με πόλη, δεν ξέρουμε τι μας περιμένει εκεί έξω κι εσύ τι κάνεις; Στολίζεσαι και–»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Άκου, Γιάννη–»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«–δε φοράς εσώρουχα και πετάς έξω τα–» &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Σκάσε!» Η Ρούλα είχε κατακοκκινίσει. «Σκάσε επιτέλους! Χειρότερος κι απ’ τον Μίλτο γίνεσαι! Έχω υπογράψει σύμβαση, παιδάκι μου, είναι απαράβατος όρος». &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Να δείξεις στήθος και μπούτι;» &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μέχρι ρώγα και μπικίνι. Αυξημένη μοριοδότηση με δυνατότητα ιεραρχικής εξέλιξης, έτσι προβλέπεται. Κοίτα, Γιάννη, δε θα παραμείνω μια ζωή εγώ με σύμβαση αορίστου χρόνου. Θέλω να μονιμοποιηθώ. Θέλω δυνατότητα ιεραρχικής εξέλιξης». &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκείνη τη στιγμή φάνηκε το κεφάλι του Χάρη στην πόρτα της καμπίνας: «Άντε, ρε παιδιά! Ακόμα δεν είσαστε – ωχ, Ρούλα συγνώμη, φεύγω να σ’ αφήσω να ντυθείς».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ντυμένη είμαι» διευκρίνισε η Ρούλα και σηκώθηκε όρθια. Ο Γιάννης την ακολούθησε μουρμουρίζοντας και βγήκαν από την καμπίνα, με τον Χάρη να έρχεται πίσω τους. Βρήκαν την Κάτια να τους περιμένει μπροστά στην κλειστή θύρα εξόδου. Η Ρούλα δεν την άφησε να κάνει την παρατήρησή της μόλις την είδε, μία παρατήρηση με τις λέξεις: &lt;i&gt;Πανουργία – Αντρών – Μετατρέπουν – Γυναίκες – Σε – Αντικείμενα – Σεξ&lt;/i&gt;, και όλοι μαζί οι τέσσερις ετοιμάστηκαν για τη θριαμβευτική τους έξοδο στο εξωγήινο μέρος. Μπορούσαν, έστω και πνιχτά, ν’ ακούσουν φωνές και ακαθόριστους ήχους από το πλήθος που είχε μαζευτεί γύρω από τον &lt;i&gt;Οδυσσέα&lt;/i&gt;, μαζί με το βούισμα των υδραυλικών της πτυσσόμενης σκάλας που αυτή τη στιγμή ξεδιπλωνόταν έξω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Κοντά μου όλοι, μην απομακρυνθεί κανένας», είπε ο Γιάννης. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Προηγουμένως είχαν μαζευτεί όλοι τους στη γέφυρα του &lt;i&gt;Οδυσσέα &lt;/i&gt;και είχαν ζητήσει από τον Κίνζι όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες για τον εξωγήινο αυτό πολιτισμό. Δεν κατάλαβαν όμως πολλά πράγματα όταν ο υπερυπολογιστής διέγνωσε ότι πρόκειται για μία ιδιαζόντως ελληνότροπη χώρα, με&amp;nbsp; γκολφική κουλτούρα, χελωνική οικονομία και πιθηκίσιο προλεταριάτο.&amp;nbsp; &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Προλαβαίνω να πάω να πάρω ένα τσιμπιδάκι για τα μαλλιά μου;» ρώτησε η Ρούλα. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η θύρα άνοιξε. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είδαν όλοι τους ένα μεγάλο πλήθος συγκεντρωμένο απ’ έξω, να παρακολουθεί. Περιμετρικά, μπορούσαν να δουν κι ορισμένες τεράστιες χελώνες. Κάτι πιθηκοειδή πηγαινοέρχονταν συνεχώς ανάμεσα στους ανθρώπους του πλήθους. Βρίσκονταν προφανώς μέσα σε μία μεγάλη πόλη, ο &lt;i&gt;Οδυσσέας &lt;/i&gt;είχε προσγειωθεί σε μία μεγάλη πλατεία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι αστροναύτες κατέβηκαν διστακτικά τη σκάλα και πάτησαν το έδαφος. Το πλήθος παραμέρισε ελαφρά. Τα πιθηκοειδή εξαφανίστηκαν από μπροστά τους. Επικράτησε μία σύντομη σιωπή, ούτε οι αστροναύτες ούτε κανένας άλλος δεν έλεγε τίποτα. Σε κάποια στιγμή, το πλήθος χώρισε και ξεπρόβαλε ένας κοντούλης, παχουλός τύπος. "Είμαι ο Δήμαρχος της Λλάδας" είπε. "Σας καλωσορίζω στην όμορφη χώρα μας. Το όνομά μου είναι Σας. Μέτακ Σας".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color: #bf9000;"&gt;Οι αστροναύτες διαπιστώνουν ότι όλοι στην Λλάδα παίζουν γκολφ, το οποίο μάλιστα περιβάλλεται με θρησκευτικό χαρακτήρα, ενσωματωμένο στη λατρεία του Μεγάλου Πενταγώνου, και ιερό κέντρο τον Ναό της 19ης Τρύπας. Μέσα σ' αυτόν υπάρχει ένα μεγάλο βάραθρο (η "19η Τρύπα"), όπου οτιδήποτε πέφτει μέσα του, θεωρείται ότι πηγαίνει κατευθείαν στον Θεό, το Μεγάλο Πεντάγωνο. Κάθε Κυριακή, οι Λληνες πηγαίνουν στον Ναό και κάνουν προσφορές με μπαστούνια και μπαλάκια στο Μεγάλο Πεντάγωνο. Όλος ο πλανήτης μάλιστα αποτελεί ένα τεράστιο γήπεδο γκολφ.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εδώ σκόπευα να κολλήσω δύο κείμενα που είχα δημοσιεύσει παλιότερα, την &lt;i&gt;Εργολαβία&lt;/i&gt; (&lt;b&gt;&lt;a href="http://ironprison.blogspot.com/2009/04/blog-post_26.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;&lt;/b&gt;) και το &lt;i&gt;Χρονοντούλαπο της Ιστορίας&lt;/i&gt; (&lt;b&gt;&lt;a href="http://ironprison.blogspot.com/2008/08/blog-post_27.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;&lt;/b&gt;).&lt;br /&gt;&lt;div style="color: #bf9000;"&gt;&lt;p&gt;Κι έρχεται η μεγάλη αποκάλυψη: μόλις ο Εργολάβος πάρει το μερίδιό του, υποβάλλει την τεχνική μελέτη και ολοκληρωθεί η πώληση της &lt;i&gt;ΕΛΛΑΔΑ Α.Ε.&lt;/i&gt;, η Επενδυτική Επιχείρηση θα οργανώσει ανάπλαση των σκηνικών (δηλ, τη γνωστή μας Ελλάδας) και διαμόρφωσή τους σε γήπεδο γκολφ...&lt;/p&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;p&gt;«Κατ’ αρχήν, να δούμε τις χωματουργικές εργασίες. Ετούτα εδώ τα μπάζα–»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Η Πίνδος».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«–όπως λέγονται, δε μ’ ενδιαφέρει. Θα ισοπεδωθούν. Ίσως αφήσουμε λίγες λοφοσειρές, ίσως, θα το δούμε, όμως θα πρέπει οπωσδήποτε να απομακρυνθούν κάποια κυβικά χιλιόμετρα βράχου &amp;amp; εδάφους. Μερικά εκατομμύρια».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μάλιστα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Όσο για τις άλλες εδαφικές ανωμαλίες… Πώς λέγεται τούτο εδώ το εξάμβλωμα;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ποιο, ο Άθως;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Όχι, αυτό το κιτς κατασκεύασμα που μοιάζει με ανάποδο κουβά».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Α, ο Χορτιάτης».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Φεύγει».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο πάγκος ήταν γεμάτος τοπογραφικά σχέδια που κανονικά θα έπρεπε να βρίσκονται στο σχεδιαστήριο. Το σχεδιαστήριο ήταν γεμάτο απλωμένες φόρμες που κανονικά θα έπρεπε να βρίσκονται στην ντουλάπα. Κανονικά θα έπρεπε να βρίσκεται και μία ντουλάπα μέσα στο γραφείο με τις ξεφτισμένες ταπετσαρίες και την πλαστική μοκέτα, όμως δεν υπήρχε χώρος για ένα τόσο μεγάλο έπιπλο• θα έκλεινε ή την πόρτα της τουαλέτας ή το κουζινάκι. Η γυμνή λάμπα που κρεμόταν από το βρώμικο καλώδιο έκανε ό,τι μπορούσε για να βγάζει ένα αρρωστημένο φως και τα κατάφερνε περίφημα. Χάρη σ’ αυτήν, τα πεταμένα βιβλία, τα αναποδογυρισμένα μπουκάλια κρασιού, τα δείγματα κεραμικών, τα τσαλακωμένα κουτάκια μπύρας και το χυμένο περιεχόμενο μιας εργαλειοθήκης έμοιαζαν με απομεινάρια ενός μαθήματος ανατομίας. Άδεια κουτιά πίτσας παντού. Το φτηνό στερεοφωνικό συγκρότημα ήταν απομίμηση κάποιας γνωστής μάρκας ηλεκτρικών συσκευών, γνήσια απομίμηση όμως. Τα σκορπισμένα CD ήταν όλα αντιγραφές. Το μόνο που δε θα ταίριαζε με τίποτα στο χώρο θα ήταν μία Θεϊκή Οντότητα να πίνει καφέ, πόσο μάλλον δύο Θεϊκές Οντότητες να πίνουν καφέ• το μούσι τράβηξε μία γουλιά από το μαυροζούμι στην κούπα του κι έσκυψε πάνω από το κεφάλι του Εργολάβου να δει καλύτερα την τεχνική μελέτη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Όμως πέσ’ μου: χρειαζόμαστε στ’ αλήθεια τόσα πολλά νησιά;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Καλή ερώτηση… δε μου ‘χε περάσει ποτέ απ’ το νου…»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Να, αυτό εδώ το έκτρωμα, για παράδειγμα, με το αρνητικό Φενγκ-Σούι».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Σύρος. Έτσι λέγεται, Σύρος».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ο αρχιτέκτονας που τη σχεδίασε θέλει κρέμασμα. Τι λόγο ύπαρξης έχει αυτό το τερατούργημα; Για δες στο manual».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το μούσι σήκωσε ένα βιβλίο από κάτω που έγραφε &lt;i&gt;Ελλάδα – Οδηγίες Χρήσεως&lt;/i&gt;, το ξεφύλλισε βιαστικά και προχώρησε προς το τέλος, στο γράμμα σίγμα. «Για να δούμε… Σύρος! Νάτο. Λοιπόν, λόγος ύπαρξης: &lt;i&gt;Εν αρχή ήτο η ‘Φραγκοσυριανή’. Και η ‘Φραγκοσυριανή’ ήτο σουξέ, και σουξέ ήτο η ‘Φραγκοσυριανή’. Και ήτο μέγα σουξέ, το οποίον γνωρίζει έκαστος άνθρωπος ερχόμενος εις τον κόσμον. Και η ‘Φραγκοσυριανή’ νήσος εγένετο, και εκλήθη το όνομα αυτής ‘Σύρος’&lt;/i&gt;».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Αηδίες…» έκανε ο Εργολάβος. «Κρέμασμα αργό και βασανιστικό…». Πήρε ένα μολύβι και χάραξε ένα μεγάλο Χ επάνω στο νησί. «Πολλά εδαφοτεμάχια θα πρέπει να ανασχεδιαστούν, με πρώτο και καλύτερο αυτό». &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τον Αχλαδόκαμπο;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Όπως λέγεται. Να γίνουν περισσότερο φιλικά προς το χρήστη». &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μάλιστα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ο Αξιός φεύγει, λερώνει. Ο Όλυμπος, επίσης• δεν έχει καθόλου καλό Φενγκ Σούι και το design του είναι πολύ ερασιτεχνικό. Τα Τέμπη όμως είναι καλή ιδέα. Θα χρειαστεί να κατασκευάσουμε κι άλλα τέτοια υδατικά εμπόδια στα σκηνικά».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μάλιστα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Υπάρχει όμως κι ένα ακόμα κακό με την Ελλάδα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ποιο;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Έχει υπερβολικά πολλούς Έλληνες».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Α, μάλιστα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Κανένας γκόλφερ δε θα δεχτεί να παίξει σε ένα γήπεδο με τόσους Έλληνες. Θα πρέπει να εφαρμόσουμε ένα πρόγραμμα απεντόμωσης για να τους εξαλείψουμε σε ποσοστό τουλάχιστον 95%».&lt;/p&gt;&lt;div style="color: #bf9000;"&gt;&lt;p&gt;Κατόπιν, μαθαίνουμε ότι το μερίδιο του Εργολάβου βρίσκεται στο Κομμουνιστικό Κοράνι του Μίλτου (χωρίς να το ξέρει κι ο ίδιος). Ο Έλβε Νιζέλ τον κρατά φυλακισμένο, καταλαβαίνει ότι δεν είναι δαίμονας αλλά άνθρωπος (και μάλιστα Μεταφυσικός Αριστερός) και του παίρνει τον Ηλεκτροσυνδικαλιστή. Σκέφτεται ότι μ’ αυτόν μπορεί να μαζέψει πολλές άγριες χελώνες, οι οποίες χρησιμοποιούνται ως κεφάλαιο στη Λλάδα, και να κερδίσει τις επερχόμενες δημοτικές εκλογές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ΘτΕ και το μούσι επεμβαίνουν και βοηθάνε τον Μίλτο να δραπετεύσει, αφού πρέπει οπωσδήποτε να φτάσει ως τον Ναό της 19ης Τρύπας (αυτή είναι η "τράπεζα", την οποία είχανε αναφέρει παλιότερα), για να πάρει ο Εργολάβος το μερίδιό του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα πιθηκοειδή εξελίσσονται ταχύτατα σε ανθρώπους, συνειδητοποιούνται ως τάξη (και με τη βοήθεια του Μίλτου), συγκροτούν κόμμα και κατεβαίνουν στις εκλογές με αίτημα: Όχι Στην Εκμετάλλευση Πιθήκου Από Άνθρωπο και κεντρικό σύνθημα: "Πίθηκοι όλων των χωρών, εξελιχθείτε!". Εντωμεταξύ, ο Μέτακ Σας με τη βοήθεια των τεσσάρων άλλων αστροναυτών και του Κίνζι, διοργανώνει προεκλογική καμπάνια με θρησκευτικό-σεξουαλικό περιεχόμενο και στόχο την εξάλειψη της υπογονιμότητας. Η παράταξη του Μέτακ Σα μετονομάζεται σε "Διαφορά Στήθους", αναλαμβάνει δράση οικωλογική (η ορθογραφία είναι σωστή), με κεντρικό σύνθημα αυτό:&lt;/p&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;p&gt;Την υπογραφή μας, κι ορισμένα άλλα πράγματα, προσέχουμε πού τα βάζουμε! Ένα από αυτά είναι και η ψήφος μας. Μάθε και προφυλάξου, η άγνοια σκοτώνει! Δες την ψήφο σου ως προέκταση της σεξουαλικής πράξης, χάρισέ την με πάθος και πεποίθηση σ' αυτούς που έχουν Διαφορά Στήθους! Γιατί οι εκλογές είναι σέξι (κι όποιος αντέξει), η ψήφος θέλει έρωτα! &lt;/p&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="color: #bf9000;"&gt;&lt;p&gt;Τελικά και λίγες μέρες πριν τις εκλογές, τα σχέδια όλων καταρρέουν, γιατί με την τεράστια εισροή χελώνων από τον Ηλεκτροσυνδικαλιστή του Μίλτου στα χέρια του σατανικού Έλβε Νιζέλ, το νόμισμα της Λλάδας υποτιμάται ραγδαία και η χώρα κατακλύζεται από ορδές Τουριστών.&lt;/p&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;p&gt;Η φυλή των Τουριστών είναι, στην πραγματικότητα, συμπαντική και υπεριστορική. Δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένο χωροχρόνο αλλά εμφανίζεται διαρκώς εκεί όπου η ζωή αναπτύσσει ανώτερες πνευματικές λειτουργίες (= δημόσιες σχέσεις, ινστιτούτα αισθητικής, ποιητικές βραδιές με συνοδεία τσέλου, κρατήσεις φόρων κ.α.). Αυτές βοηθούν τα εξελιγμένα πλάσματα να εκμεταλλευτούν καλύτερα τις παραγωγικές δυνάμεις του χώρου τους, να αναπτυχθούν οικονομικά, και να ανακαλύψουν έτσι ότι έχασαν τη χαρά και την απλότητα της ζωής. Για να αντεπεξέλθουν στη συνακόλουθη κατάθλιψη, κάνουν ένα εξελικτικό βήμα παραπάνω και μετεξελίσσονται σε Τουρίστες: πλάσματα με ανώτερες πνευματικές λειτουργίες που επισκέπτονται ξένους τόπους για να δουν ότι οι Ντόπιοι εκεί είναι φτωχοί αλλά χαρούμενοι. Κατασκευάζουν λοιπόν τα κατάλληλα ενδιαιτήματα (ξενοδοχεία 5 αστέρων με θερμαινόμενες πισίνες), και κάνουν αυτά που δε θα έκαναν ποτέ αν τους έβλεπαν οι συνάδελφοι στη δουλειά. Τότε αρχίζει και η διαμάχη• οι Τουρίστες γελούν με τους Ντόπιους επειδή, με λίγα χρήματα, είναι ικανοί (οι Ντόπιοι) να συμπεριφερθούν σαν μαϊμούδες και να τους πουλήσουν ακόμα και τα ιερά κειμήλια των προγόνων τους. Οι Ντόπιοι γελούν με τους Τουρίστες επειδή, με λίγα μαϊμουδίσματα, είναι ικανοί (οι Τουρίστες) να δώσουν ένα σωρό χρήματα και να αγοράσουν κάθε χαζομάρα που θα τους πλασάρουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάθε εγκόσμια ευτυχία δεν αξίζει τίποτα μπροστά σε ένα ισχυρό νόμισμα. &lt;/p&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="color: #bf9000;"&gt;&lt;p&gt;Τελικά όλοι, άνθρωποι και πίθηκοι, τα βάζουν με τους αστροναύτες, οι οποίοι φεύγουν κακήν κακώς. Ο Μίλτος τα ξαναβρίσκει αναγκαστικά με τους υπόλοιπους τέσσερις, όλοι μπαίνουν στον &lt;i&gt;Οδυσσέα&lt;/i&gt; και φεύγουν να γλιτώσουν. Ο Σούσι μένει για πάντα στη Λλάδα (αναπτύσσεται ένα είδος θρησκείας γύρω του, ότι στο μέλλον θα ξαναβρεθεί ένας άλλος μονόλιθος-Σούσι σε κάποιο φεγγάρι του πλανήτη κι αυτός θα στείλει μήνυμα σε άλλον μονόλιθο-Σούσι κάπου στο ηλιακό σύστημα και κατόπιν θα ξεκινήσει ένα διαστημόπλοιο κ.λπ.). Το Κομμουνιστικό Κοράνι του Μίλτου δεν καταφέρνει να φτάσει ποτέ στον Ναό της 19ης Τρύπας (στην "τράπεζα"), ο Εργολάβος δεν παίρνει το μερίδιό του, η πώληση της &lt;i&gt;ΕΛΛΑΔΑ Α.Ε.&lt;/i&gt; ναυαγεί κι ο ΘτΕ με το μούσι τρώνε το ξύλο της χρονιάς από τη Συνέλευση των Μετόχων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο &lt;i&gt;Οδυσσέας&lt;/i&gt; πλησιάζει στο γνωστό μας ηλιακό σύστημα και στον πλανήτη Γη. Στην πορεία τους, πέφτουν πάνω στον Βόγιατζερ Ι (αυτόν με το σχέδιο άντρα - γυναίκας, με τις εικόνες της Γης και τα τραγούδια των Beatles κ.α.). Όμως, από τη σκόνη και τις βρωμιές στην καμπίνα του Μίλτου αναπτύσσονται ψυχεδελικά μανιτάρια. Οι αστροναύτες βάζουν τον χρυσό δίσκο του Βόγιατζερ, φτιάχνονται με το &lt;i&gt;Johnny B. Good&lt;/i&gt; του Τσακ Μπέρι, τρώνε τα μανιτάρια και πέφτουν σε τρανς. Πάνω εκεί κάνουν μια στραβοτιμονιά κι εκτινάσσονται στον Γαλαξία, προς το Αστρικό Κέντρο Μαρξιστικών Μελετών και... η συνέχεια στο &lt;i&gt;Greeks in Space! II&lt;/i&gt;, το οποίο φυσικά δε θα γραφτεί ποτέ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;THE END&lt;/p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7531026387033976388-3889200369354412771?l=greeksinspace.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://greeksinspace.blogspot.com/feeds/3889200369354412771/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7531026387033976388&amp;postID=3889200369354412771' title='4 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/3889200369354412771'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/3889200369354412771'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://greeksinspace.blogspot.com/2010/11/xvi-rip-greeks-in-space.html' title='XVI. RIP Greeks in Space!...'/><author><name>Elias</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15006996975439612683</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp3.blogger.com/_YHNOnzheP1M/SAyKkrFT8jI/AAAAAAAAAQ4/UJOUxl5gWug/S220/arizona.jpg'/></author><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7531026387033976388.post-8003482147624086134</id><published>2008-07-08T18:40:00.000-07:00</published><updated>2010-11-07T02:57:09.141-08:00</updated><title type='text'>XV. Also Sprach Zaratustra</title><content type='html'>&lt;span style="font-size: 85%;"&gt;&lt;span style="font-weight: bold;"&gt;(συνεχίζεται από &lt;/span&gt;&lt;a href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/blog-post_09.html" style="font-weight: bold;"&gt;εδώ&lt;/a&gt;&lt;span style="font-weight: bold;"&gt;)&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ας πάμε όμως πίσω στο δάσος που προσγειώθηκε η λέμβος, μερικές ώρες πιο πριν: &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Αρχηγός ήταν σπουδαίος και όλοι τον φοβούνταν – τα καλά της εξουσίας. Κάποιοι όμως είχαν φτάσει να τον αμφισβητούν και έπρεπε να έχει συνεχώς το νου του στις ύπουλες δαγκωματιές τους – τα κακά της εξουσίας. Ούτως ή άλλως έπρεπε να έχει συνεχώς το νου του και στους κινδύνους της νύχτας που δε συγχωρούσαν αφηρημάδες. Αυτός όμως δεν είχε νου, γιατί ήταν ένα τριχωτό πιθηκοειδές πλάσμα που τριγυρνούσε όλη μέρα ψάχνοντας καρπούς και κυνηγώντας θηλαστικά, ενώ κρυβόταν όλη νύχτα από τους Άτριχους, τα φοβερά ασπριδερά πλάσματα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την προηγούμενη μέρα, η ομάδα του είχε βρει ένα μισοφαγωμένο κουφάρι αντιλόπης, κατάλοιπο από το κυνήγι κάποιας άλλης ομάδας πιθηκοειδών, κι έπεσαν όλοι πάνω του με τη λύσσα αυτών που έχουν φτάσει στα όρια της λιμοκτονίας. Όταν ξεκίνησαν μετά για την πηγή, είχαν αφήσει πίσω τους ένα εντελώς φαγωμένο κουφάρι αντιλόπης. Ο Αρχηγός χάρηκε, ήξερε ότι μ’ αυτό το απρόσμενο δώρο κανείς δε θα τον δάγκωνε απροειδοποίητα ως αύριο και οι υποτακτικοί του θα τον ξεψείριζαν όλο το βράδυ – αν τους άφηναν ήσυχους οι Άτριχοι που κυνηγούσαν μερικές φορές στην περιοχή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η πηγή όμως ήταν πιασμένη από μία ομάδα θηλυκών που άρχισαν να μουγκρίζουν και να ουρλιάζουν φρενιασμένα μόλις τους είδαν. Ο Αρχηγός κύρτωσε τους ώμους και βγήκε μπροστά να διεκδικήσει το χώρο. Παρόλο που η Αντίπαλος είχε μακρύτερο σαγόνι και δυνατότερα πόδια, αυτός ξεκίνησε ένα χορό θανάτου γύρω της με δοκιμαστικές νυχιές και σπασμωδικά πηδηματάκια. Η άλλη τελικά υποχώρησε απρόθυμα – δεν ήθελε να ριψοκινδυνέψει τη στιγμή που η δική της ομάδα είχε ξεδιψάσει. Ο Αρχηγός προχώρησε επιφυλακτικά στην άκρη του ρυακιού της πηγής και, προσεκτικά, βούτηξε το στόμα του στο νερό δίνοντας το σύνθημα στους υπόλοιπους. Ήπιαν όλοι και τράβηξαν για το λημέρι τους, αφού αντάλλαξαν με τις παρείσακτες μερικά ακόμα φρενιασμένα ουρλιαχτά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Περνούσαν τη νύχτα σε μια ρηχή σπηλιά που είχαν ανακαλύψει μέσα σε μια συστάδα βράχων. Εκεί έπαιρναν λίγες δόσεις ανήσυχου ύπνου, με τα αυτιά τους να παραμένουν συνεχώς τεντωμένα. Αν οι Άτριχοι τους δίχτυα τούς ανακάλυπταν, έπρεπε να βάλουν κάθε νύχι και δόντι που είχαν για να τους κάνουν τη ζωή δύσκολη και να τους διώξουν. Σίγουρα οι νύχτες τους δεν ήταν ζηλευτές, ούτε και οι μέρες τους εξάλλου...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όμως εκείνη τη συγκεκριμένη νύχτα, ίδια φαινομενικά με όλες τις άλλες, κάτι διαφορετικό έγινε έξω. Άκουσαν από κάπου μακριά το κολασμένο σφύριγμα του αέρα, σαν να έπεφτε ο ουρανός στη γη, και μούγκρισαν απελπισμένα. Μετά από λίγο άκουσαν και κάποια σπασίματα κλαδιών. Τα μάτια τους προσπαθούσαν μάταια να διαπεράσουν το πυκνό σκοτάδι, ενώ ο νυχτερινός αέρας μύριζε... άγνωστο. Κούρνιασαν όλοι μαζί μ’ ένα φόβο διαφορετικό απ’ όλους όσους είχαν ζήσει ως τότε, μην ξέροντας τι να περιμένουν από το σκοτάδι. Αυτή τη νύχτα κοιμήθηκαν ελάχιστα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τελικά δεν έγινε τίποτα. Καμία απειλή δεν μπήκε από το άνοιγμα της σπηλιάς και με το πρώτο φως της μέρας η νυχτερινή αγωνία διαλύθηκε εντελώς. Βγήκαν έξω επιφυλακτικοί και κουρασμένοι, σκουντουφλώντας αδέξια στους γνωστούς βράχους. Ο ανατολικός ορίζοντας είχε χαράξει κι ο κόσμος ετοιμαζόταν να δημιουργηθεί από την αρχή. Ξεκίνησαν προσεκτικά να κάνουν την πρωινή τους περιπολία στις γνωστές διαδρομές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξαφνικά τον είδαν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν ψηλός. Δέσποζε τρομακτικός πάνω από τα τριχωτά τους κεφάλια και είχε το χρώμα της νύχτας. Το ανησυχητικό όμως ήταν πως το κάθε τι επάνω του έδειχνε ξένο – προς το δάσος, τη ζωή τους, τον κόσμο τους. Η ομάδα ξέσπασε αμέσως σε κραυγές πανικού προσπαθώντας να τον εξευμενίσει ή να τον φοβίσει, όμως αυτός παρέμεινε προκλητικά ακίνητος. Σαν να ήξερε κάτι που δεν ήξεραν αυτοί...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όλη αυτήν την ώρα, ο Σούσι προσπαθούσε να τους αγνοήσει επιδεικτικά, οι κραυγές τους όμως τον αποσπούσαν διαρκώς από τους ηλεκτρονικούς του συλλογισμούς. Έβαλε κάποια μουσική για να καλύψει την οχλαγωγία και διάλεξε το &lt;span style="font-style: italic;"&gt;Also Sprach Zaratustra&lt;/span&gt;, που πάντα του άρεσε πολύ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Αρχηγός τον πλησίασε, νικώντας στιγμιαία το φόβο του, όμως αμέσως τινάχτηκε μακριά περιμένοντας κάποια συμφορά να πέσει επάνω του. Είδε ότι συνέχισε να είναι ζωντανός και τόλμησε να τον ξαναπλησιάσει, κάνοντας ένα βήμα περισσότερο από πριν. Το τελετουργικό αυτό κράτησε πολλή ώρα• βήμα-βήμα ο Πίθηκος πλησίαζε το Μονόλιθο μέχρι που βρέθηκε εντελώς μπροστά του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Φύγε, ρε ηλίθιε!» του είπε ο Σούσι και μετά κατάλαβε ότι δεν είχε νόημα να απευθύνεται λεκτικά σε ένα άλογο πλάσμα, που ο περιορισμένος του εγκέφαλος δεν μπορούσε να καταλάβει τη διαφορά μεταξύ σταφίδας και ισολογισμού. Ο υπολογιστής της λέμβου ρύθμισε τον ενσωματωμένο Ηλεκτροσυνδικαλιστή του για μία Δέσμη Επιχειρημάτων των 10.000.000.000.000 γιγαβάτ και συντονίστηκε με τα πενιχρά εγκεφαλικά κέντρα του πλάσματος. Αναρωτήθηκε λίγο για τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει ένας εφ’ όλης της ύλης διάλογος υψηλής ισχύος σε ένα τόσο πρωτόγονο πλάσμα, ήταν όμως αποφασισμένος να διώξει για τα καλά αυτούς τους απρόσκλητους τεντιμπόιδες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Αρχηγός τόλμησε να αγγίξει το Μονόλιθο...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«ΑΚΟΥ, ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑΣ ΤΡΟΠΟΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΣΕ ΣΕΝΑ», κραύγασε ο ενσωματωμένος Ηλεκτροσυνδικαλιστής στην κατανόηση του πιθήκου. «ΣΥΝΙΣΤΑΤΑΙ ΣΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΓΕΥΣΤΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ ΩΣ ΜΕΣΟ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΑΡΘΡΩΤΩΝ ΗΧΩΝ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΤΟΥΣ. ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΜΕ ΣΕΝΑ ΕΓΚΕΙΤΑΙ ΣΤΟΝ ΕΛΛΙΠΗ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟ ΤΟΥ ΓΝΩΣΤΙΚΟΥ ΣΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ• ΕΝΑΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΟΓΚΟ ΤΗΣ ΓΝΑΘΟΥ, ΜΕ ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΗ ΣΤΟΝ ΟΓΚΟ ΤΟΥ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΥ ΝΕΟΦΛΟΙΟΥ, ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΑΝΑΠΤΥΞΕΙ ΤΑ ΚΑΤΑΛΛΗΛΑ ΚΕΝΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΛΕΚΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ. ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΩΣ, ΘΑ ΧΡΕΙΑΣΤΟΥΝ ΚΑΙ ΚΑΠΟΙΕΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΕΣ ΜΙΚΡΟΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΚΑΤΑΛΛΗΛΟ ΣΩΜΑΤΙΚΟ ΟΧΗΜΑ ΓΙΑ ΑΝΩΤΕΡΕΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ: ΑΝΟΡΘΩΣΗ ΤΗΣ ΛΕΚΑΝΗΣ, ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ ΟΦΘΑΛΜΟΥ-ΑΚΡΟΥ, ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ ΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΑΝΟΣΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ, ΓΟΝΙΔΙΑΚΟΣ ΕΠΑΝΑΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΣ Κ.ΛΠ.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μία στιγμή μόνο κράτησε η επαφή. Ο Αρχηγός ούρλιαξε τρομαγμένος κι έφυγε πανικόβλητος, σαν να τον κυνηγούσε μία λεγεώνα Άτριχων. Οι υπόλοιποι της ομάδας μούγκρισαν γοερά, ψάχνοντας να βρουν ποιο φοβερό κακό τούς έτυχε, μετά από λίγη ώρα όμως ηρέμησαν και κατάλαβαν ότι όλα ήταν όπως τα ήξεραν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δε θα μπορούσαν να κάνουν μεγαλύτερο λάθος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Συνέβη λίγο αργότερα, όταν ο Αρχηγός σκάλιζε ξανά το κουφάρι της αντιλόπης μήπως και βρει κάποιο τελευταίο κομμάτι σάρκας. Κρατούσε ένα μακρύ μηριαίο οστό και ετοιμαζόταν να ρουφήξει το μεδούλι, ώσπου κάτι καινούργιο άρχισε να σχηματίζεται στο ακατέργαστο μυαλό του. Σήκωσε το κόκαλο και το κοίταξε, ένιωσε το βάρος του. Το κούνησε δοκιμαστικά δυο-τρεις φορές και βρήκε έναν τρόπο να το ελέγχει με τα δάχτυλά του. Από αυτή τη στιγμή και μετά, έπαψε να είναι πίθηκος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν η ομάδα πήγε πάλι στην πηγή, είδε τις παρείσακτες να περιμένουν και ένιωσε την εχθρότητά τους στον αέρα. Αυτή τη φορά ήταν αποφασισμένες να μην κάνουν καμία παραχώρηση. Ο Αρχηγός πλησίασε την Αντίπαλο μέσα σε ουρλιαχτά, φωνές, κραυγές και μουγκρητά, κραδαίνοντας το κόκαλο στο χέρι. Η άλλη δεν εντυπωσιάστηκε από την καινούργια αυτή τεχνολογία• ήξερε τα κόλπα των αντρών και τις φιγούρες που κάνουν για να ξελογιάσουν ένα άβγαλτο κορίτσι. Αν τολμούσε, ο γελοίος, να πλησιάσει και να την ξεψειρίσει ή να μυρίσει τα γεννητικά της όργανα, θα του έριχνε μία δαγκωματιά που θα του έβγαζε το αριστερό μάτι! Όταν όμως το κόκαλο κατέβηκε με δύναμη επάνω στο κεφάλι της, ένιωσε κάτι το εντελώς πρωτόγνωρο. Στάθηκε ζαλισμένη και κοίταξε το αρσενικό απέναντί της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν ήταν και τόσο κακός τελικά!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μπορεί να παρίστανε το σπουδαίο και να έδειχνε πως γύρευε μόνο να επιβεβαιώσει τον ανδρισμό του, όμως κατά βάθος φοβόταν την απόρριψη και τη μοναξιά – όπως όλοι μας, εξάλλου. Είδε το παιδί που έκρυβε μέσα του, κάτω από τη σκληρή μάσκα του φαλλοκράτη, και ένιωσε τον ιδιαίτερο πλούτο της ψυχής του. Προχώρησε γοητευμένη και μύρισε τα γεννητικά του όργανα• ναι, αυτό ήταν σίγουρα ένα αρσενικό με ευαισθησίες και προσωπικότητα, ένας άντρας που άξιζε να του δοθεί, ώστε η ένωσή τους να έχει διάσταση πέρα από το απλό σωματικό ένστικτο της αναπαραγωγής. Η Αντίπαλος σταμάτησε πια να είναι αντίπαλος και, με ένα τρυφερό γρύλισμα, του έστειλε ένα ξεκάθαρο μήνυμα αποδοχής γυρίζοντάς του τα καπούλια της.   &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι παρείσακτες ούρλιαξαν μόλις είδαν το κακό και οπισθοχώρησαν φοβισμένα, ενώ ο Αρχηγός σήκωσε το κόκαλο πάνω από το κεφάλι του με κραυγές θριάμβου. Του ανταπέδωσαν οι υπόλοιποι της ομάδας χοροπηδώντας με χαρά και φόβο ανάμεικτα• πλέον ο Αρχηγός έμοιαζε τρομερός και πανίσχυρος. Αφού χτύπησε μερικές φορές ακόμα το κεφάλι της πρώην αντιπάλου, ο Αρχηγός πέταξε ενθουσιασμένος το κόκαλο στον αέρα που ανέβηκε στριφογυρίζοντας και στριφογυρίζοντας και στριφογυρίζοντας...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;span style="font-size: 85%;"&gt;&lt;span style="font-weight: bold;"&gt;(η συνέχεια &lt;a href="http://greeksinspace.blogspot.com/2010/11/xvi-rip-greeks-in-space.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;)&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7531026387033976388-8003482147624086134?l=greeksinspace.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://greeksinspace.blogspot.com/feeds/8003482147624086134/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7531026387033976388&amp;postID=8003482147624086134' title='3 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/8003482147624086134'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/8003482147624086134'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://greeksinspace.blogspot.com/2008/07/xv-also-sprach-zaratustra.html' title='XV. Also Sprach Zaratustra'/><author><name>Elias</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15006996975439612683</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp3.blogger.com/_YHNOnzheP1M/SAyKkrFT8jI/AAAAAAAAAQ4/UJOUxl5gWug/S220/arizona.jpg'/></author><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7531026387033976388.post-492055678493084158</id><published>2008-07-07T12:04:00.000-07:00</published><updated>2009-10-28T20:19:05.808-07:00</updated><title type='text'>ΧΙV. Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή</title><content type='html'>&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;span style="font-weight: bold;"&gt;(Συνεχίζεται από &lt;/span&gt;&lt;a style="font-weight: bold;" href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/blog-post_10.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;&lt;span style="font-weight: bold;"&gt;)&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θα μπορούσε να πει κανείς όταν ήταν χελώνα – με την ευρεία έννοια. Είχε καβούκι, ουρά, κεφάλι, τέσσερα πόδια, όλα τα γνωρίσματα μιας κανονικής χελωνικότητας. Ήταν και τρία μέτρα ψηλή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο πεσμένος άνθρωπος κοίταξε το ερπετό από κάτω προς τα πάνω. Είδε τον γεμάτο ζάρες λαιμό και το ανέκφραστο πρόσωπο να τον κοιτάνε από πάνω προς τα κάτω. «Θεέ και Κύριε...» ψέλλισε ο Μίλτος κι αναρωτήθηκε πώς θα μπορούσε να εξοντώσει ένα θωρακισμένο ελέφαντα, ακόμα κι αν τον έμπλεκε σε έναν εφ’ όλης της ύλης διάλογο με τον Ηλεκτροσυνδικαλιστή του. Ανασηκώθηκε αργά-αργά, μέτρησε νοερά το δικό του μπόι σε σχέση με τα μπροστινά πόδια του πλάσματος και ένιωσε σαν να τον είχαν περάσει από σμίκρυνση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η χελώνα τον κοιτούσε ασάλευτη, πράγμα που δε βοηθούσε στην επικοινωνία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Μίλτος στάθηκε όρθιος και προσπάθησε να ξαναστήσει την καταρρακωμένη ανθρώπινη αξιοπρέπειά του. Η εξέλιξη σ’ αυτόν τον πλανήτη είχε ακολουθήσει περίεργα μονοπάτια... Όμως ακόμα κι αν αυτό το ον υπερτερούσε σε μέγεθος και κτηνώδη δύναμη, καθόλου δε σήμαινε ότι είχε και τα πνευματικά πρωτεία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η χελώνα συνέχισε να τον κοιτάζει ακίνητη, χωρίς να εκφράζει τίποτα το πνευματικό στο βλέμμα της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η άσβηστη περιέργειά του και η δίψα για μάθηση κατανίκησαν τους δισταγμούς. Ο Μίλτος προχώρησε δυο προσεκτικά βήματα κατά το μέρος της, έκανε μια παύση για τυχόν αντιδράσεις, κι αφού βεβαιώθηκε πως το μόνο νοήμον ον της υπόθεσης ήταν ο ίδιος, έκανε άλλο ένα. Τότε ήταν που πρόσεξε την ανεμόσκαλα στο πλευρό της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Θεέ και Κύριε...» είπε για δεύτερη φορά ο Γενικός Γραμματέας. Η σχοινένια σκάλα οδηγούσε ψηλά στο καβούκι, σε δυο πάγκους στερεωμένους στην κορυφή του. «Είσαι ένα υποζύγιο!» σχολίασε, χωρίς να πάρει καμία απάντηση. «Άρα υπάρχουν νοήμονα όντα σ’ αυτόν τον πλανήτη...». Πλησίασε διστακτικά τη σκάλα, ανέβηκε λίγο και κοίταξε τους πάγκους. Ήταν φτιαγμένοι από ξύλινες καλοδουλεμένες πλάκες, βιδωμένοι στο καύκαλο με γερά μπουλόνια, και πάνω τους υπήρχαν στρωμένες παχιές φλοκάτες με μαξιλάρια σε στρατηγικά σημεία άνεσης: ενδείξεις πολιτισμού που χρησιμοποιεί πρώτες ύλες, κατεργάζεται το μέταλλο, έχει μέτριο ανάστημα, μαλακούς γλουτούς και εξημερώνει άγρια ζώα (αν και το συγκεκριμένο φαινόταν μάλλον αποβλακωμένο παρά άγριο). Χαλινάρια πουθενά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τι έγινε, το ‘σκασες απ’ τον κύριό σου;» έκανε ο Μίλτος πηδώντας στο χορταριασμένο έδαφος. Χτύπησε με το χέρι του το καβούκι της χελώνας, δεν είδε αντίδραση και χτύπησε άλλη μια φορά πιο δυνατά. Κατόπιν, το ξαναχτύπησε με όλη του τη δύναμη και κλώτσησε το πίσω πόδι της. Συνέχισε να μη βλέπει αντίδραση, σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό. Άρχισε να κλωτσάει μανιασμένα το πόδι, το χτύπησε με τις γροθιές του, με τα γόνατά του, το κουτούλησε, στο τέλος το δάγκωσε κιόλας. Η απουσία αντίδρασης ήταν τόσο εκκωφαντική που σκέφτηκε ότι η χελώνα δε θα θιγόταν καθόλου ακόμα κι αν την έφτυνε κατάμουτρα. Λαχανιασμένος από όλες αυτές τις διαδικασίες εξοικείωσης, έγειρε στο καβούκι της και ρώτησε ρητορικά: «Δε θα ‘ταν άσχημα να ‘χα ένα μεταφορικό μέσο... Τι λες κι εσύ;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η χελώνα δεν έδειξε να πιάνει το υπονοούμενο. Δεν έδειξε να καταλαβαίνει τίποτα απολύτως, ούτε το ανέβασμά του στην ανεμόσκαλα ούτε το περπάτημά του στην κοκάλινη πλάτη της ούτε τα χοροπηδήματά του. «Γερό σκαρί!» αποφάνθηκε ο Μίλτος. «Πώς όμως θα σε οδηγήσω χωρίς χαλινάρια ή κάποιο άλλο σύστημα πλοήγησης;» αναρωτήθηκε και θρονιάστηκε στον μπροστινό πάγκο. Η χελώνα έκανε στροφή και άρχισε να τρέχει σαν τρελή μέσα στο δάσος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ε! Σταμάτα!» Ο καλπασμός της – γιατί περί καλπασμού επρόκειτο – ήταν γοργός και, κατά μία έννοια, χορευτικός. Το ζώο πρώτα σήκωνε τα μπροστινά του πόδια βγάζοντας το ένα (ο Μίλτος έγερνε στον πάγκο), λύγιζε χιαστί τα πίσω (η κλίση άρχιζε να γίνεται ανησυχητική), κατόπιν με μία κυματιστή κίνηση σήκωνε τα πίσω πόδια (ο Μίλτος ερχόταν στα ίσια του) και λύγιζε τα μπροστινά (η προηγούμενη σειρά κλίσεων, με αντίθετη κατεύθυνση). Όλο αυτό το αδιάκοπο μπρος-πίσω ήταν τελικά ευχάριστο και κάπως νανουριστικό, αποφάνθηκε ο Μίλτος μόλις το συνήθισε, του θύμιζε μάλιστα και τα παιδικά του χρόνια στο λούνα-παρκ. Άφησε τη χελώνα να τον οδηγεί και αποκοιμήθηκε βυθισμένος σε αναμνήσεις με μαλλί της γριάς• καθόλου δεν αναρωτήθηκε &lt;span style="font-style: italic;"&gt;πού&lt;/span&gt; τον οδηγεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;hr /&gt;&lt;br /&gt;«Μεταξύ μας, τώρα, πιστεύεις ότι θα πιάσει το κόλπο;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ΘτΕ γύρισε και τον κοίταξε. Μισόκλεισε το ένα μάτι σκεπτικός, κατόπιν το άλλο, όπως κάνουν οι κουκουβάγιες όταν βλέπουν κάτι να κινείται και πρέπει να αποφασίσουν αν θα το φάνε, αν θα τις φάει αυτό ή αν αδιαφορούν για την ύπαρξή του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μη με παρεξηγείς», συνέχισε το μούσι, «όμως... να, έχω αμφιβολίες. Θυμάσαι τότε που πήγαμε να το σκάσουμε με τα φράγκα αλλά μας συλλάβαν στα σύνορα;» Το δάπεδο του γραφείου ήταν γεμάτο από φάκες για ποντίκια, οπλισμένες μ' ένα κομμάτι χαλβά η κάθε μία. «Αμ, την άλλη  φορά που είχες σκαρώσει έναν φανταστικό αγοραστή και πήγες να πάρεις δάνειο στ' όνομά του; Έδωσες πλαστή επιταγή και σου δώσαν πλαστά χρήματα - θυμάσαι, έτσι δεν είναι;»  &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένα &lt;span style="font-style: italic;"&gt;μπιπ&lt;/span&gt; ακούστηκε εκείνη τη στιγμή από το ιντερκόμ και η κοπέλα της ρεσεψιόν εμφανίστηκε στην οθόνη: «Ευλογητός ο Αφέντης ημών, η Αυτού Μεγαλειότης, ο ανυπέρβλητος κύριος Διευθυντής, που είθε οι ουρανοί να–»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ΘτΕ έβγαλε ένα μουγκρητό όλο λαρυγγικά σύμφωνα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Η μηδαμινότητά μου καλεί για να ρωτήσει» έκανε η κοπέλα με συντριβή, «αν η άπειρη Καλοσύνη Του θα είχε την καλοσύνη να πληρώσει κάποτε την ταπεινή δούλη Του – με τις υπερωρίες, τις άδειες και τα δώρα μαζί».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Βρε, που ν' αρρωστήσεις από καρκίνο, ευλογιά και συνάχι μαζί, εσένα δε σ’ έχουμε εδώ για να σε πληρώνουμε! Εσένα σε βάζουμε στη ρεσεψιόν για να τρομάζουν οι απρόσκλητοι, δεν το ‘χεις καταλάβει;» απάντησε ο ΘτΕ και έβγαλε έναν επιτιμητικό ήχο όλο οδοντικά σύμφωνα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ας δείξει κατανόηση η Χάρη Του», συνέχισε η κοπέλα, «όμως η ασημαντότητά μου θεωρεί ότι προσφέρει πολύτιμες υπηρεσίες στην εταιρεία – από το στήσιμο των σκηνικών, τις παραγγελίες των υλικών, την επιμέλεια και διαμόρφωση του σεναρίου, μέχρι τον καφέ, το σφουγγάρισμα, το–»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τρίχες. Η μόνη πολύτιμη υπηρεσία που μπορείς να προσφέρεις είναι σ’ ένα χωράφι με καπέλο να διώχνεις τα κοράκια». Ο ΘτΕ έβγαλε έναν περιφρονητικό ήχο όλο χλευαστικά σύμφωνα. «Σε κρατάμε μόνο και μόνο για χάρη της μάνας σου που είναι ετοιμοθάνατη».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Δοξασμένο ας είναι το Όνομά Του! Επιστρέφω στις πεζές μου δραστηριότητες φωτισμένη με τη σοφία των λόγων Του!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Όσο θα σε κρατήσουμε, δηλαδή. Όπου να ‘ναι η γριά μάς αφήνει χρόνους. Τον βγάζει δεν τον βγάζει το μήνα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Α, ξέχασα να ειδοποιήσω ότι πριν λίγο ανέβηκε η Συνέλευση των Μετόχων» είπε η κοπέλα κι έκλεισε την επικοινωνία. Ο ΘτΕ έβγαλε ένα ουρλιαχτό όλο φωνήεντα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε κι έχωσε το κεφάλι του ένας τρομαγμένος υπάλληλος: «Κύριε Διευθυντά, κύριε Διευθυντά...» είπε, ρίχνοντας κλεφτές ματιές πίσω από τον ώμο του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ΘτΕ έκανε μια προσπάθεια να ακουστεί θυμωμένος: «Τι τρέχει πάλι; Δεν είμαι εδώ για κανέναν! Έχω πει χίλιες φορές–»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Έχει έρθει &lt;span style="font-style: italic;"&gt;η Συνέλευση των Μετόχων&lt;/span&gt;, κύριε Διευθυντά!» Ο υπάλληλος είδε κάτι πίσω του και το ‘βαλε στα πόδια πανικόβλητος. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η πόρτα τινάχτηκε για να εισβάλλει μέσα ένας τύπος φαρδύς σαν ντουλάπα και επικίνδυνος σαν ντουλάπα γεμάτη δυναμίτη• στο χέρι του κρατούσε ένα ραβδί ανησυχητικά ξύλινο, δυσοίωνα χοντρό, και απειλητικά σηκωμένο. Με το που μπήκε στο γραφείο, οι λάμπες φάνηκαν να καίνε με τριάντα βατ λιγότερα. Ο ΘτΕ έσπευσε να τον υποδεχτεί με ενθουσιασμό: «Θείε μου! Ποιος καλός άνεμος σε φέρνει κατά ‘δω;» Χαμογέλασε εγκάρδια και ένιωσε ένα ρυάκι ιδρώτα να κατεβαίνει στην πλάτη του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Είπα να πιράσου, ουρέ χαμένου, για να ιδώ με τα μάτια μ’ πώς παν τα πράματα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Πού να στα λέω, μπάρμπα, μεγάλος χαμός!» φώναξε ενθουσιασμένος ο ΘτΕ. «Το show απογειώνεται, η τηλεθέαση πετάει, οι παράδες έχουν κάνει φτερά – ήθελα να πω, μαζεύονται με τη σέσουλα. Δεν προφταίνουμε να μετράμε (πες κάτι κι εσύ)» ψιθύρισε στο μούσι, που άρχισε αμέσως να γνέφει και να επιβεβαιώνει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο θεόρατος τύπος κοίταξε και τους δυο με το καχύποπτο μάτι του. «Αν δε μι δώκεις γρήγουρα αυτ’ απου μου χρουστάς, θα σ’ τσακίσου, χαμένου. Τρία κουπάδια πούλ’σα για να συμμιτέχου στου κιφάλαιου της επιχείρ’σης».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Το ξέρω, θείε μου, και δε θα σ’ αφήσω–»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μη μ’λάς. Σου ‘δωκα και τις οικονουμίες μ’ τις φυλαγμένες για τα γιράματα. Μ’ είχες πει ότι θα τα ‘παιρνα πίσου σι έξ’ δόσεις μι τόκου δώδκα τοις εκατό κι τιμαριθμική αναπρουσαρμουγή».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Όπως τα ‘χαμε πει, μπάρμπα, και–»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μη μ’λάς, σ’ λέου. Όμως ο καιρός πιρνάει, μ’ έδωκες μόνου μια μικρή προυκαταβουλή κι δόσεις δε βλέπου. Πού είν’, ουρέ χαμένου, οι παράδες μ’; Πώς θα κάνου απόσβεσ’, όπως μο ‘χεις υποσχεθεί, που απόσβεσ’ τη μαγκούρα μ’ στη ράχη σ’ θα κάνου στου τέλους;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Άκου, μπάρμπα, σου ‘χω μεγάλα νέα! Ένας ανερχόμενος επιχειρηματίας δίνει ολόκληρη περιουσία για ν’ αγοράσει την επιχείρηση! Θα κολυμπήσεις στα φράγκα!» είπε θριαμβευτικά ο ΘτΕ και ξεροκατάπιε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο άλλος έμεινε να τον κοιτάζει προβληματισμένος. «Μι τιμαριθμική αναπρουσαρμουγή;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Με τα όλα τους!», πετάχτηκε το μούσι. «Θ’ αφήσετε την πρωτογενή αγροτική παραγωγή και θα γίνετε επενδυτής!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Αν μι λέτι παραμύθια, ουρέ χαμένα, θα του μιτανιώστε πικρά!» Ο θεόρατος τύπος ρουθούνισε άγρια και κλώτσησε το πάτωμα στέλνοντας σεισμικές δονήσεις σ’ όλο το κτίριο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Αλήθεια είναι, θείε μου, από την πρώτη ως την τελευταία κουβέντα!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Καλά. Θα ιδούμι. Να σ’ δώκου τώρα την πρώτ’ δόση–»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ωχ! Τι βαράς, ρε μπάρμπα...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«–τις άλλες πέντι τις αφήνου γι’ αργότιρα». Ετοιμάστηκε να φύγει, όμως την τελευταία στιγμή θυμήθηκε κάτι: «Πάρ’ κι συ να μην παραπουνιέσι».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Αχ!» βόγκηξε το μούσι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ακούτι, χαμένα! Θα ‘ρθου πάλι σύντουμα. Κανουνίστε να μι δώκ’τε τα λεφτά μ’, αλλιώς θα σας δώκου τις υπόλ’πες δόσεις. Μι τιμαριθμική αναπρουσαρμουγή». Ο θόρυβος της πόρτας που έκλεισε πίσω του ακούστηκε σαν ομοβροντία πυροβολικού.  &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Αφέντη μου», γκρίνιαξε το μούσι, «αυτές οι μετοχικές συνελεύσεις με ξεθεώνουν!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;span style="font-weight: bold;"&gt;(συνεχίζεται &lt;a href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/07/xv-also-sprach-zaratustra.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;)&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7531026387033976388-492055678493084158?l=greeksinspace.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://greeksinspace.blogspot.com/feeds/492055678493084158/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7531026387033976388&amp;postID=492055678493084158' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/492055678493084158'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/492055678493084158'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/blog-post_09.html' title='ΧΙV. Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή'/><author><name>Elias</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15006996975439612683</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp3.blogger.com/_YHNOnzheP1M/SAyKkrFT8jI/AAAAAAAAAQ4/UJOUxl5gWug/S220/arizona.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7531026387033976388.post-8316816352430401135</id><published>2008-07-06T12:03:00.000-07:00</published><updated>2009-10-28T06:23:26.853-07:00</updated><title type='text'>ΧIΙΙ. Κβαντική Ψυχολογία</title><content type='html'>&lt;div&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;span style="font-weight: bold;"&gt;(συνεχίζεται από &lt;a href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/07/xii.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;)&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κανένα αντικείμενο στον κόσμο, έλεγε ο επίσκοπος Μπέρκλι, δεν έχει ύπαρξη χωρίς κάποιον νου• το είναι του έγκειται στην πράξη της παρατήρησής του. Χρειάστηκε να αναπτυχθεί η επιστήμη της Κβαντικής Ψυχολογίας στα μέσα του εικοστού πρώτου αιώνα για να καταλάβει ο κόσμος πόσο δίκιο είχε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όλα ξεκίνησαν από τους παίκτες των realities. Θέλοντας να κερδίσουν τη συμπάθεια των τηλεθεατών, δοκίμαζαν από τα πρώτα κιόλας τηλεπαιχνίδια πολλά και διάφορα στυλ• άλλοι το έπαιζαν ζόρικοι, άλλοι ευαίσθητοι, άλλοι περιθωριακοί, άλλοι τρελοί κ.λπ. Αφού δοκιμάστηκε κάθε κόλπο, το κοινό έφτασε να συμπαθεί τελικά μόνο ένα είδος παίκτη: αυτόν που ήταν γνήσιος, που ήταν ο εαυτός του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το συμπέρασμα ήταν αισιόδοξο και δημοκρατικό• δεν έχει σημασία πόσο όμορφος είσαι ή πόσα ρούχα βγάζεις, μπορείς να γίνεις βασιλιάς στο μικρόκοσμο του τηλεπαιχνιδιού αρκεί να μην παριστάνεις κάτι που δεν είσαι. Τα realities ήταν γι’ αυτούς που το έπαιζαν ότι δεν το έπαιζαν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σύντομα όμως το κόλπο καθιερώθηκε. Τα realities γέμισαν από τύπους κάθε απόχρωσης που όλοι ήταν ο εαυτός τους, όλοι ατόφιοι και ανεπιτήδευτοι, μέχρι που οι τηλεθεατές τούς βαρέθηκαν κι αυτούς. Αναδείχθηκε νέα στάση για τους παίκτες που ήθελαν να κερδίσουν: να μην το παίζουν ότι τάχα είναι ο εαυτός τους. Οι κερδισμένοι της υπόθεσης ήταν αυτοί που παρίσταναν ότι δεν παρίσταναν ότι παρίσταναν κάτι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μερικοί έπιασαν το νόημα και πρόλαβαν να βγάλουν λεφτά. Η μόδα όμως ακολουθούσε και σύντομα οι τηλεθεατές άρχισαν να απορρίπτουν κι αυτήν την καινούργια περσόνα: Εγώ-Δεν-Είμαι-Σαν-Τους-Άλλους-Που-Το-Παίζουν-Γνήσιοι. Νικητής πλέον ήταν αυτός που μπορούσε να πείσει τους τηλεθεατές ότι δεν παριστάνει ότι παριστάνει ότι δεν παριστάνει ότι παριστάνει κάτι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η γραμματική δε γινόταν πια να παρακολουθήσει αυτήν την αλληλουχία των εαυτών πίσω από εαυτούς, η γλώσσα αναγκάστηκε να εφεύρει σχήματα όπως: (παριστάνει –&gt; δεν παριστάνει)&lt;sup&gt;6&lt;/sup&gt; και άλλα τέτοια. Πότε όμως κάποιος ήταν πραγματικά ο εαυτός του όταν ήξερε ότι τον παρακολουθούσαν δεκάδες κάμερες;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την απάντηση έδωσε η καινούργια επιστήμη της Κβαντικής Ψυχολογίας. Καθότι η παρατήρηση ενός φαινομένου μεταβάλλει το ίδιο το φαινόμενο, δε θα πρέπει να θεωρείται ότι οι βλακείες που κάνουν οι παίκτες των realities είναι ο ‘εαυτός’ τους, γιατί η ίδια η επίγνωση της τηλεθέασης αλλοιώνει τη συμπεριφορά τους. Στην πραγματικότητα, οι παίκτες μέσα στο χώρο βρίσκονταν σε μία ενδιάμεση υπέρθεση, ούτε αυθεντικοί ούτε επιτηδευμένοι, και όλες οι συμπεριφορές τους συνυπήρχαν ως κυματομορφές πιθανότητας. Η πράξη της τηλεπαρακολούθησης υλοποιούσε κάποια από αυτές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με τις εξισώσεις της Κβαντικής Ψυχολογίας μπόρεσε να μετρηθεί ο βαθμός επιτηδειότητας ενός εαυτού υπό καθεστώς παρατήρησης και να αποδοθεί διαγραμματικά σε ένα σύστημα καρτεσιανών συντεταγμένων. Υπήρχαν πάντα ορισμένα όρια στο διάγραμμα, τιμές τις οποίες προσέγγιζε ασυμπτωτικά ο εαυτός όταν το μέγεθος της παρατήρησης έτεινε στο μηδέν και η επιτηδειότητα κατέρρεε. Αυτός ήταν και ο καθ’ αυτό εαυτός, τον οποίο ποτέ δε βλέπουμε εφόσον δεν υπάρχουν κάμερες να τον καταγράψουν, και μπορεί να εκδηλωθεί μόνο μέσα σε ένα εντελώς ερημικό από παρατηρητές περιβάλλον.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στη μοναχικότητα ενός άγνωστου πλανήτη, για παράδειγμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν ένα όμορφο αλλά και περίεργο μέρος. Εξωτικό. Είχε ένα οικείο μοτίβο χλωρίδας και πανίδας με χαμηλές πόες, κοντούς θάμνους, ψηλά δέντρα, φυτοφάγα που έτρωγαν τις πόες, μεγαλύτερα θηλαστικά που κυνηγούσαν τα φυτοφάγα κ.λπ. Το μοτίβο όμως ξεγελούσε• κάθε φορά που το μάτι νόμιζε πως αναγνώριζε κάτι γνωστό, καταλάβαινε αμέσως ότι τελικά οι γραμμές ήταν διαφορετικές, οι συνδυασμοί των χρωμάτων αλλιώτικοι, οι μορφές πρωτόγνωρες. Σαν τη Σαμοθράκη, δηλαδή, αλλά στο πιο εξωγήινο. Κι αυτό που έκανε το μάτι να πονάει ήταν η αγαλλίαση του βελούδινου πράσινου που κάλυπτε σχεδόν τα πάντα: οι πόες φαίνονταν να είναι η κυρίαρχη μορφή ζωής αυτού του πλανήτη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Μίλτος κοιτούσε γύρω του συνεπαρμένος. Μετά την επεισοδιακή προσγείωση, είχε βιαστεί να χωθεί μέσα στη λέμβο και πέρασε τη νύχτα εκεί αφού ο Σούσι, κλεισμένος για τα καλά στον εαυτό του, δεν έδινε καμία πληροφορία για πιθανούς εξωτερικούς κινδύνους. Μόνο κατά τα χαράματα με το πρώτο φως του ήλιου τόλμησε να ξεμυτίσει και έμεινε να θαυμάζει το δάσος στο εξωγήινο βουνό που είχε προσγειωθεί. Υπήρχαν πολλά πουλιά και κάτι λαγουδόμορφα χαριτωμένα ζωάκια που τον κοιτούσαν για λίγο εξεταστικά και μετά εξαφανίζονταν, όπως οι γυναίκες της ζωής του. Έντομα πουθενά. Σε κάποια στιγμή είδε από μακριά και ένα τριχωτό πιθηκοειδές να σκαρφαλώνει με ευκολία στα ψηλά δέντρα, προφανώς για να κατεβάσει καρπούς. Λίγο αργότερα ακούστηκε ένα θρόισμα, εμφανίστηκε κάποιο θηλαστικό σαν αντιλόπη, που κοιτούσε γύρω του άκακα και κορφολογούσε το τρυφερό γρασίδι. Το πιθηκοειδές έβγαλε ένα ενθουσιασμένο ουρλιαχτό μόλις αντιλήφθηκε την καινούργια λεία και όρμησε επάνω του. Η ‘αντιλόπη’ έσπευσε να εξαφανιστεί και το τριχωτό πλάσμα έτρεξε στο κατόπι της. Τότε ήταν που ο Μίλτος κατάλαβε ότι δεν είχε φάει πρωινό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μπήκε στη λέμβο, πήρε το κιτ επιβίωσης και άνοιξε την ξηρά τροφή. Ανακάλυψε ένα μαυριδερό σκεύασμα με γεύση φελλού, σαν αυτά που ταΐζουν τους αιχμαλώτους στον πόλεμο για να μαρτυρήσουν τις θέσεις των συντρόφων τους. Μετά από τρεις ηρωικές μπουκιές, ο Μίλτος παράτησε τον αγώνα, πήρε τον Ηλεκτροσυνδικαλιστή και βγήκε έξω. Κάτι είχε ξυπνήσει μέσα του, ένα αρχαίο ένστικτο κυνηγού. Χώθηκε σε μία συστάδα θάμνων, εξέτασε τη γύρω περιοχή και σύντομα εντόπισε ένα στρουμπουλό πουλί σε κάποιο χαμηλό κλαδί. Ρύθμισε τον Ηλεκτροσυνδικαλιστή για μία Δέσμη Επιχειρημάτων των 30 κιλοβάτ, σημάδεψε το πουλί και τράβηξε τη σκανδάλη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Ηλεκτροσυνδικαλιστής είναι μία ανθρωπιστική μέθοδος επαφής με τη φύση, εγκεκριμένη και από την Οικολογική Επιτροπή του Υπουργείου Γεωργίας. Μπορεί να μοιάζει με συμβατικό όπλο όμως δεν εκτοξεύει βλήματα• συντονίζεται με τα εγκεφαλικά κέντρα του θηράματος και αναπτύσσει τα επιχειρήματα του κυνηγού σε έναν τίμιο και εφ’ όλης της ύλης διάλογο, χωρίς επιβολή του δυνατότερου στον ασθενέστερο. Η επικοινωνία του Ηλεκτροσυνδικαλιστή με το πουλί, στην κατανόηση του τελευταίου, θα ήταν κάπως έτσι:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;(&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Ηλεκτροσυνδικαλιστής&lt;/span&gt;): «Ξέρεις, πρέπει να γίνεις ψητό στα κάρβουνα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;(&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Πουλί&lt;/span&gt;): «Δε σφάξανε. Άντε γεια».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;(&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Η&lt;/span&gt;): «Περίμενε! Συμφωνείς ότι μία από τις σημαντικότερες αιτίες υποβάθμισης του περιβάλλοντος είναι η αλόγιστη επέμβαση του ανθρώπου στη φύση;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;(&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Π&lt;/span&gt;): «Ναι, σίγουρα, όμως...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;(&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Η&lt;/span&gt;): «Τα οικοσυστήματα αποτελούν πολύπλοκους λειτουργικούς μηχανισμούς και ο άνθρωπος, καθότι ανίκανος να τα συλλάβει στην ολότητά τους, αφαιρεί πόρους καταστρέφοντάς τα. Τι έλεγες;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;(&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Π&lt;/span&gt;): «Έλεγα ότι...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;(&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Η&lt;/span&gt;): «Όπως το λες! Αυτό μπορεί να αποτελέσει ένα κυρίαρχο σημείο ιδεολογικής και προγραμματικής πλατφόρμας. Απαιτείται συνετή διαχείριση της φύσης προκειμένου αυτή να είναι σε θέση να αναπληρώνει τις όποιες απώλειες μεσοπρόθεσμα, αντισταθμίζοντας τα βλαβερά αποτελέσματα της ανθρώπινης δραστηριότητας μακροπρόθεσμα –έλα λίγο πιο κοντά, δε σ’ ακούω».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;(&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Π&lt;/span&gt;): «Σωστό είναι αυτό, όμως...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;(&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Η&lt;/span&gt;): «Πόσο δίκιο έχεις! Προέχει η επιβίωση του είδους, πάνω απ’ όλα. Οι θυσίες μεμονωμένων μελών στη λειτουργία της θηρευτικής εξόρμησης θα πρέπει να είναι περιορισμένες στο βαθμό που θα επιτρέψουν στο ταμείο της φύσης να ανανεώνει επαρκώς τα αποθέματά του –έρχεσαι λίγο πιο κοντά;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;(&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Π&lt;/span&gt;): «Εμμ... κοίτα...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;(&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Η&lt;/span&gt;): «Α, όχι! Με τίποτα! Διαφωνώ επί της αρχής και επί συγκεκριμένων θεμάτων! Πρέπει να συνειδητοποιήσεις τη θέση σου ως υπεύθυνος εκπρόσωπος του ζωικού βασιλείου, γενικώς, και του είδους σου, ειδικότερα. Παρέχοντας κίνητρα στον άνθρωπο για ορθή διαχείριση του θηραματικού πλούτου, μέσα σ’ ένα αυστηρά καθορισμένο πλαίσιο κανόνων, εγκαθιδρύεις μία σχέση αμοιβαίας προσοδοφόρας συναλλαγής σαν είδος προς είδος –πιο κοντά, πιο κοντά».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;(&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Π&lt;/span&gt;): «...τι να σου πω...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;(&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Η&lt;/span&gt;): «Ακριβώς! Η ανάγκη για ύπαρξη και συνέχεια ικανοποιητικής θηραματικής πανίδας αποτρέπει φυσιολογικά την ανθρώπινη ασυδοσία, συνεισφέρει στην πληρέστερη κατανόηση και τελικώς στη σφαιρικότερη αντιμετώπιση–»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το πουλί είχε πλησιάσει αρκετά κοντά κι ο Μίλτος τού έσπασε το κεφάλι με μια πέτρα.&lt;br /&gt;Έφτιαξε πυροστιά με λιθάρια και ξερά χαμόκλαδα, άναψε φωτιά όπως είχε μάθει μικρός στους προσκόπους, ακούμπησε προσεκτικά το πουλί επάνω στις πέτρες και κατάλαβε ότι έπρεπε να το είχε ξεπουπουλιάσει πρώτα. Σύντομα όμως άρχισε να γαργαλάει τα ρουθούνια του μία δελεαστική τσίκνα ψημένου κρέατος μαζί με την μπόχα των καμένων φτερών. Κάποια στιγμή αποφάσισε ότι το φαγητό ήταν έτοιμο και το έβγαλε από τη φωτιά ακουμπώντας κατά λάθος τις πυρωμένες πέτρες. Όταν όμως σταμάτησε να χοροπηδάει και να ουρλιάζει, έμεινε να το κοιτάζει διστακτικά. Κι αν η εξωγήινη σάρκα ήταν τοξική για τη γήινή του φυσιολογία; Έβαλε προσεκτικά την πρώτη μπουκιά στο στόμα του και μάσησε αργά. Καταπληκτική. Εφόσον είναι νόστιμο, θα είναι και υγιεινό, συλλογίστηκε ο Μίλτος και ρίχτηκε με τα μούτρα στο φαΐ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ήλιος ξεπρόβαλλε ολόκληρος και βρήκε τον Μίλτο χορτάτο, να κάνει ολοένα και πιο τολμηρές εξερευνήσεις στα δάση του βουνού, μέχρι που ανακάλυψε ένα υπέροχο ξέφωτο πνιγμένο στα λουλούδια και αποφάσισε να εγκατασταθεί εκεί. Οι άνετες θερμοκρασίες του επέτρεπαν να κυκλοφορεί εντελώς γυμνός και να απολαμβάνει το ξυπόλητο περπάτημα επάνω στην απαλή χλόη. Η διαστημική φόρμα με τις μικροκάμερες έγινε κομμάτια –αντίο τηλεοπτικό κοινό, αντίο κόσμε– με τα οποία έφτιαξε ένα σάκο για να έχει πάντα μαζί του τα απολύτως απαραίτητα: το Κομμουνιστικό Κοράνι, το σουγιά και τον Ηλεκτροσυνδικαλιστή. Σκέφτηκε ότι σε κάποια στιγμή έπρεπε να βρει και ένα όνομα γι’ αυτόν τον πλανήτη, στον οποίο όλα έδειχναν ότι ο ίδιος αποτελούσε το μόνο νοήμον ον. Δε βιαζόταν όμως. Είχε όλον τον καιρό μπροστά του να χαρεί αυτή την καινούργια ζωή, μακριά από τα αχόρταγα μάτια των τηλεθεατών και τη σιχαμερή παρέα των αστροναυτών στον &lt;span style="font-style: italic;"&gt;Οδυσσέα&lt;/span&gt;. Μη σώσουν και κατέβουν, οι ηλίθιοι. Ας μείνουν εκεί πάνω με το show τους να τρώγονται...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λίγο αργότερα σηκώθηκε αέρας που θρόιζε τα φύλλα των ψηλών δέντρων με έναν μεταλλικό ήχο. Ο Μίλτος τα κοιτούσε με μια χαρούμενη νοσταλγία για τη ζωή που ποτέ δεν έζησε και που μόλις τώρα άγγιζε. Του άρεσε αυτός ο πλανήτης (ίσως θα έπρεπε να τον σκέφτεται σαν τον πλανήτη ‘του’) κι ας μην είχε άλλο κάτοικο, κι ας ήταν εκατομμύρια χρόνια πίσω στην εξέλιξη• ένιωθε ότι τον βοηθούσε να φέρει στην επιφάνεια τον μέσα Μίλτο, τον ανεκδήλωτο, δυναμικό εαυτό του. Θέλησε να το επιβεβαιώσει και περπάτησε ως τη λέμβο μόνο και μόνο για να ζητήσει από τον Σούσι να κάνει κάποιες πράξεις Κβαντικής Ψυχολογίας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βρήκε τον υπολογιστή ν’ ακούει Στράους. Πολύ αργότερα θα ανακάλυπτε την τεράστια σημασία αυτής της λεπτομέρειας, προς το παρόν ούτε που έδωσε σημασία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με τα πολλά, ο Σούσι δέχτηκε να βγει από τις βαθιές υπαρξιακές του αναλύσεις, έκανε τις πράξεις και τα αποτελέσματα επαλήθευσαν το αρχικό προαίσθημα του Μίλτου: είχε αρχίσει να χάνει την αλλοτρίωσή του. Αποφάσισε να χρίσει τον εαυτό του Γενικό Γραμματέα του Δάσους. Πρώτη φορά δεν του έλειπε όχι μόνο η Ρούλα, αλλά οποιαδήποτε γυναικεία παρουσία. Ο μύθος του έρωτα είχε εξαφανιστεί εντελώς μέσα στον άγριο παλμό της ατόφιας, φυσικής ζωής. Άνοιξε το Κομμουνιστικό Κοράνι και διάβασε το σχετικό εδάφιο. &lt;span style="font-style: italic;"&gt;Έρωτας: αξία της αστικής τάξης. Η επανάσταση θα έρθει όταν ο τελευταίος ερωτευμένος κρεμαστεί με τα άντερα του τελευταίου ρομαντικού&lt;/span&gt;. Έτσι ακριβώς ήταν. Ο Γενικός Γραμματέας περπατούσε τεμπέλικα τραγουδώντας σκοπούς από παλιές λαϊκές επιτυχίες του 2050, ανέμελος και ωραίος σαν τον Αδάμ στον Παράδεισο πριν την επέμβαση στα πλευρά του. Όταν η χελώνα εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά του, κόντεψε να φάει τα μούτρα του από την έκπληξη. &lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="font-weight: bold; text-align: right;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;συνεχίζεται &lt;a href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/blog-post_09.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7531026387033976388-8316816352430401135?l=greeksinspace.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://greeksinspace.blogspot.com/feeds/8316816352430401135/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7531026387033976388&amp;postID=8316816352430401135' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/8316816352430401135'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/8316816352430401135'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/blog-post_10.html' title='ΧIΙΙ. Κβαντική Ψυχολογία'/><author><name>Elias</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15006996975439612683</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp3.blogger.com/_YHNOnzheP1M/SAyKkrFT8jI/AAAAAAAAAQ4/UJOUxl5gWug/S220/arizona.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7531026387033976388.post-5543817824395441381</id><published>2008-07-05T02:48:00.000-07:00</published><updated>2009-10-22T13:55:09.060-07:00</updated><title type='text'>XII. Η Σύμβαση</title><content type='html'>&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;span style="font-weight: bold;"&gt;(συνεχίζεται από &lt;a href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/xi.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;)&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Δηλαδή, τώρα πρέπει να κατεβούμε εκεί κάτω;» ρώτησε η Κάτια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το ‘εκεί κάτω’ απεικονιζόταν στην αστρική οθόνη του Κίνζι: μία πρασινωπή σφαίρα μέσα στο διάστημα, διακοσμημένη από σποραδικά νέφη που ποιος ξέρει τι ακατονόμαστους κινδύνους έκρυβαν πίσω τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ε ναι, φαντάζομαι», έκανε η Ρούλα. «Υπογράψαμε και σύμβαση...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Γιάννης συνοφρυώθηκε. «Πάντως, ρε παιδιά, λέγαμε για το Έψιλον του Ηριδανού, τον πλανήτη κι όλα αυτά, όμως... να… δεν το ‘χα φανταστεί… θέλω να πω, δεν το ‘χα πιστέψει και… και δεν ξέρω τι θέλω να πω».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο &lt;span style="font-style: italic;"&gt;Οδυσσέας &lt;/span&gt;ήδη συμπλήρωνε μία πλήρη περιστροφή γύρω από την πρασινωπή σφαίρα. Όλη αυτήν την ώρα, οι αστροναύτες παρατηρούσαν με περιέργεια την επιφάνειά του, τους δύο δορυφόρους του, τις πράσινες περιοχές που φανέρωναν ηπείρους, τις λιγότερο πράσινες που μαρτυρούσαν μάλλον ύπαρξη νερού, προσπαθούσαν να διακρίνουν ενδείξεις ζωής, άκουγαν τα στοιχεία του Κίνζι κι ακόμα δεν είχαν πειστεί ότι σε λίγες ώρες θα πατούσαν έδαφος.  &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Κάτια θυμήθηκε κάτι. «Πού είναι ο βιαστής;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Δεν είναι στην καμπίνα του;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Όχι. Κάπου χώθηκε, δεν τον βρήκα πουθενά».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το Έψιλον του Ηριδανού ξαφνικά σκοτείνιασε καθώς ο &lt;span style="font-style: italic;"&gt;Οδυσσέας &lt;/span&gt;πέρασε στη σκιά του πλανήτη. Ενστικτωδώς, οι αστροναύτες έκαναν μια παύση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Αν δεν κατεβούμε εκεί κάτω… θέλω να πω, πειράζει πολύ;» ρώτησε η Κάτια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εμ, εσύ τι λες;» είπε η Ρούλα κοιτώντας τη σκοτεινιασμένη οθόνη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Η σύμβαση, αυτό το χαρτί που υπογράψαμε, τι…;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Χελόου, απόλυση! Βγάλ’ το απ’ το μυαλό σου. Αφού τα ξέρεις, τι ρωτάς;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ε, παιδιά! Λείπει μια λέμβος» φώναξε ο Χάρης που μπήκε εκείνη τη στιγμή στη γέφυρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι αστροναύτες κοιτάχτηκαν. Η Κάτια κατόπιν γύρισε προς την εικόνα του πλανήτη στην οθόνη. «Στο καλό και να μας γράφεις!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Για κοιτάξτε», φώναξε ο Γιάννης χτυπώντας παλαμάκια, «όλα τα αγοράκια και τα κοριτσάκια: τι λέτε, προετοιμαζόμαστε σιγά-σιγά για την προσεδάφιση; Δεν μπορούμε να κάνουμε κι αλλιώς, ξέρετε».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι αστροναύτες βγήκαν από τη γέφυρα και κατευθύνθηκαν στις καμπίνες τους. Σε κάποια στιγμή, η Ρούλα σκούντησε την Κάτια: «Ρε συ, δεν έπρεπε να του τα πεις τόσο χοντρά. Τον στεναχώρησες».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Δεν του τα 'πα χοντρά».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εσύ έκανες πλάκα κι αυτός το πήρε στα σοβαρά».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Δεν έκανα καθόλου πλάκα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;..........................................................................................&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν αφύσικα μεγάλος. Και γκρίζος, στο χρώμα ακριβώς που έχουν τα προδομένα όνειρα. Η άτριχη ουρά του έμοιαζε φτιαγμένη από καουτσούκ και μαστίγωνε ρυθμικά το πάτωμα, σαν οδυνηρή ανάμνηση που επιστρέφει ξανά και ξανά. Τα χάντρινα μάτια του ήταν μαύρα και γυαλιστερά, μάτια που δεν κατασκευάστηκαν για να φανερώνουν συναισθήματα αλλά για να καρφώνονται σε στόχους επίθεσης, όπως τώρα που κοιτούσαν το σαρακοφαγωμένο γραφείο, την παλιά πολυθρόνα, το καμπουριαστό σώμα που καθόταν επάνω της, το πιάτο που κρατούσε ο ιδιοκτήτης του σώματος, το φαγητό μέσα στο πιάτο. Ο ΘτΕ έκοψε ένα κομμάτι χαλβά και το πέταξε στον ποντικό, τη στιγμή ακριβώς που χτύπησε η πόρτα του γραφείου και μπήκε μέσα το μούσι. «Έφτασα!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Έλα, ρε παιδάκι μου, και σε περίμενα!» έκανε μπουκωμένος ο ΘτΕ. «Μια ώρα έχω που σε φώναξα και κοντεύω – τι τρέχει;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ο... ο ποντικός τρώει χαλβά, αφέντη μου;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Άσ’ τον αυτόν, μην του δίνεις σημασία. Είναι οικόσιτος. Θέλω να σου μιλήσω για ‘κείνον τον βλάκα με τα λεφτά, ξέρεις ποιον λέω. Τον Μεταφυσικό Αριστερό». Έριξε άλλο ένα κομμάτι χαλβά στο τρωκτικό, που το βούτηξε στον αέρα με τα μπροστινά του πόδια και το ροκάνισε αργά-αργά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ναι, αφέντη μου. Α, ώστε έχει και τα λεφτά μαζί του;» ρώτησε το μούσι με ένα δυσάρεστο προαίσθημα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ΘτΕ σταμάτησε να μασάει για λίγα δευτερόλεπτα. «Κουβαλάει ένα κάρο χρήματα. Αγοράζουν σπίτι τόσο μεγάλο, να παίρνεις τηλέφωνο απ’ το σαλόνι στην κουζίνα και να χρεώνεσαι υπεραστικό».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μάλιστα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Αυτά τα λεφτά πρέπει να πάνε στην Τράπεζα, σ’ έναν συγκεκριμένο λογαριασμό. Και γρήγορα, ο αγελαδάνθρωπος περιμένει το μερίδιό του».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Κατάλαβα», έκανε άβολα το μούσι. «Πρέπει να το κανονίσω πάλι εγώ, ε;». Είδε τον άλλον να επιβεβαιώνει και συνέχισε: «Καλά. Ο τύπος βέβαια είναι ακόμα μακριά από την Τράπεζα – αμάν, κι άλλος ποντικός!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ρε, πάψε να χαζεύεις και συγκεντρώσου στη δουλειά!» μούγκρισε ο ΘτΕ. Πήρε ακόμα ένα κομμάτι χαλβά, το έκοψε στη μέση και πέταξε τα δύο μισά στους ποντικούς που έσπευσαν να τα εξαφανίσουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Πρέπει όμως να σου πω, αφέντη μου...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τι πράμα;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Να, όσο έλειπες για να μαζέψεις το έξτρα, εγώ πήγα – και παραλίγο θα τα κατάφερνα – να τον βγάλω απ’ το show…»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ποιον; Τον βλάκα με τα λεφτά;!» ούρλιαξε πανικόβλητος ο ΘτΕ ραντίζοντας το γραφείο με ψίχουλα χαλβά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Δεν ήξερα, ο καημένος... οι θεατές τον ψήφισαν για αποχώρηση…»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ρε, είσαι σοβαρός;» τσίριξε ο ΘτΕ, «αυτός έχει μια ολόκληρη περιουσία πάνω του! Πας να με κάψεις;» Τινάχτηκε από το γραφείο και όρμησε απειλητικά προς το μούσι. Οι ποντικοί δεν ενοχλήθηκαν καθόλου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εσύ έλειπες κι εγώ είπα να βοηθήσω! Σε παρακαλώ, μη με βαρέσεις, πού να το ‘ξερα...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ΘτΕ είχε ήδη φτάσει δίπλα του αγριεμένος. Έκανε μία γενναία προσπάθεια να συγκρατηθεί, «λοιπόν, ας ηρεμήσουμε», μονολόγησε, «πρώτα απ’ όλα, ας ηρεμήσουμε όλοι μας». Πήρε μια βαθιά ανάσα, έβγαλε τον αέρα ελεγχόμενα και του έριξε μια ξεγυρισμένη σφαλιάρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ωχ!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Άλλη φορά δε θα κάνεις τίποτα αν δε σου πω εγώ πρώτα!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μάλιστα, αφέντη μου…» γκρίνιαξε το μούσι. «Θα βοηθούσε όμως, ξέρεις, να με εμπιστευόσουν περισσότερο. Απ’ τη στιγμή που μπήκα στο κόλπο, να ξέρω τουλάχιστον τι παίζει – Α! Κοίτα εκεί!» Δύο ακόμα ποντικοί είχαν εμφανιστεί, πιο μεγάλοι από τους άλλους. Όλοι μαζί βρίσκονταν επάνω στο γραφείο και καταβρόχθιζαν το χαλβά από το πιάτο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Πάει το πρωινό μου... Τέλος πάντων, κοίτα για να καταλάβεις πώς έχουν τα πράματα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ναι, γιατί – να το ξέρεις – εγώ προσπαθούσα απλώς να βοηθήσω. Τίποτα παραπάνω».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Δώσε βάση: είχα βάλει απ’ την αρχή τα φράγκα μέσα στο σκηνικό του Διαστημοπλοίου».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ναι, όμως –»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Οι γαλάζιες χάντρες ήταν ό,τι πρέπει γι’ αυτή τη δουλειά. Μικρές, πρακτικές, μεταφέρονται εύκολα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ναι, αλλά –»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Κι αυτός ο βλάκας μάς διευκόλυνε που τις μάζεψε όλες μαζί στο βιβλίο του. Πρακτικό. Μόλις πάνε στην Τράπεζα και γίνει η κατάθεση, ο αγελαδάνθρωπος θα υποβάλει την τεχνική μελέτη, υπογράφουμε τη σύμβαση και γεμίζουμε χρήμα. Θα αγοράσουμε ουρανοξύστη τόσο ψηλό, ώστε οι τελευταίοι όροφοι έχουν θα βαρυτική διαφορά από τους πρώτους και θα είσαι τρία κιλά ελαφρύτερος».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ναι, αφέντη μου, όμως σαν πολλά ποντίκια δεν έχει εδώ μέσα;» έκανε το μούσι κοιτώντας τις σερνάμενες ουρές στα πόδια του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ρε, σου μιλάω! Πού έχεις το νου σου; Πρόσεξε, κακομοίρη μου, έχουμε να σκεφτούμε έναν τρόπο για να πάει αυτός ο βλάκας στην Τράπεζα. Δεν μπορούμε να τον αφήσουμε στην τύχη».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εντάξει, το κατάλαβα αυτό και– Αχ! Με δάγκωσε...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Πάψε να παίζεις με τα κατοικίδια! Όλο στο χαβαλέ το μυαλό σου, μόνο εγώ δουλεύω εδώ μέσα!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Αφέντη μου, θα μας φάνε τα ποντίκια!…»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Λες βλακείες, θα πέσει κι άλλη καρπαζιά! Λοιπόν, άκου να σου πω μια ιδέα που έχω για τη συνέχεια. Με παρακολουθείς;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όχι, δεν παρακολουθούσε αυτόν αλλά το πάτωμα που έμοιαζε να βράζει από τους ποντικούς. Τον εξέταζαν υπολογιστικά με τα ρηχά τους μάτια και κουνούσαν τα μουστάκια τους στο ρυθμό που ανοιγόκλειναν τα σαγόνια τους• σαγόνια εξοπλισμένα με μεγάλους κοπτήρες που θα μπορούσαν να κόψουν ακόμα και μέταλλο. Πολύ περισσότερο, σάρκα. «Πιστεύεις ότι θα βγούμε ζωντανοί;» ψιθύρισε το μούσι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ΘτΕ έριξε μια ματιά δεξιά, μια ματιά αριστερά, ξεροκατάπιε και σκούντησε τον άλλον με τρόπο. «Θα πατήσουμε εκεί, μετά εκεί, εκεί κι εκεί, με τέσσερα βήματα φτάνουμε στην πόρτα. Έτοιμος;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το μούσι έγνεψε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Με το τρία: ένα, δύο...», τα ποντίκια ροκάνιζαν δοκιμαστικά τις άκρες των παπουτσιών τους, «...τρία!» Οι δύο άντρες έτρεξαν στην πόρτα σαν τρελοί, με τις ορδές των τρωκτικών να τους ακολουθούν. Την άνοιξαν αστραπιαία, βγήκαν έξω και την ξανάκλεισαν αμέσως. Ακούστηκαν οι γδούποι από πέντε-έξι ποντίκια που έπεσαν πάνω της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;span style="font-weight: bold;"&gt;(συνεχίζεται &lt;a href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/blog-post_10.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;)&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7531026387033976388-5543817824395441381?l=greeksinspace.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://greeksinspace.blogspot.com/feeds/5543817824395441381/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7531026387033976388&amp;postID=5543817824395441381' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/5543817824395441381'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/5543817824395441381'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://greeksinspace.blogspot.com/2008/07/xii.html' title='XII. Η Σύμβαση'/><author><name>Elias</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15006996975439612683</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp3.blogger.com/_YHNOnzheP1M/SAyKkrFT8jI/AAAAAAAAAQ4/UJOUxl5gWug/S220/arizona.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7531026387033976388.post-3390234033046132897</id><published>2008-07-04T12:01:00.000-07:00</published><updated>2009-10-03T03:20:57.988-07:00</updated><title type='text'>XI. Όταν Tα Άστρα Βρεθούν Στη Σωστή Τους Θέση</title><content type='html'>&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;(Συνέχεια από &lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;&lt;a href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/blog-post_12.html"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;εδώ&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/a&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;)&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι βαριές βελούδινες κουρτίνες ήταν τραβηγμένες στο παράθυρο και η κάμαρα βρισκόταν στο σκοτάδι, όμως τα μάτια του είχαν συνηθίσει και έβλεπαν καθαρά το σκιάχτρο επάνω στο βωμό με τα έξι λιωμένα κεριά δίπλα του. Προηγουμένως είχε ψάλλει, είχε βραχνιάσει, είχε ιδρώσει, το χέρι του είχε γεμίσει φουσκάλες, όμως το ακίνητο σκιάχτρο παρέμενε μέχρι τέλους έτσι όπως ήταν και στην αρχή: ακίνητο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σηκώθηκε αποκαμωμένος και τράβηξε τις κουρτίνες. Ένα ρεύμα δροσερού, πρωινού αέρα μπήκε στην κάμαρα και τον έκανε να ριγήσει ελαφρά. Στάθηκε για λίγο στο περβάζι και αγνάντεψε το τοπίο. Οι αστερισμοί είχαν αλλάξει θέση και η Κόρη έδυε ανάμεσα από τα δύο κοκκινωπά φεγγάρια, βυθιζόταν κάτω από τον ορίζοντα και πήγαινε στους υπόγειους κόσμους της κόλασης. Το δάσος γύρω φωσφόριζε απαλά, ενώ πού και πού κάποιο νυχτοπούλι έκρωζε θλιμμένα. Οι κορυφές των λόφων στο βάθος έπαιρναν μία κιτρινωπή ανταύγεια, πλησίαζε η αυγή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μπήκε μέσα κι έπνιξε ένα χασμουρητό. Το χέρι του πονούσε και σκέφτηκε θλιμμένα ότι έπρεπε να το βουτήξει πάλι σε γιαούρτι. Σε λίγο όμως, σε λιγάκι, γιατί τώρα βαριόταν αφάνταστα… Στη βιβλιοθήκη τού απέναντι τοίχου είχε βάλει για ντεκόρ κάποια παλιά, σκονισμένα βιβλία με σιδερόδετο εξώφυλλο. Τράβηξε μηχανικά ένα, ακούμπησε τεμπέλικα στην άκρη του βωμού κι άρχισε να το ξεφυλλίζει. Το βλέμμα του περνούσε από περιγραφές δαιμόνων και διαγράμματα μαγικών κύκλων σε ξόρκια και φυλαχτά, ενώ το μυαλό του αρνιόταν να ακολουθήσει το βλέμμα του. Έπνιξε άλλο ένα χασμουρητό και χαλάρωσε τη ζώνη της γκρίζας ρόμπας του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τέσσερα χασμουρητά αργότερα, είδε κάτι που έκανε τα μάτια του ν’ ανοίξουν διάπλατα. Το κεφάλαιο είχε τίτλο &lt;em&gt;Μαρτυρία του Τρελού Αρνητιστή&lt;/em&gt; και οι σελίδες του ήταν ατσάκιστες. Έβγαλε τα γυαλιά από την τσέπη της γκρίζας ρόμπας του, τα φόρεσε και διάβασε:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Τους βλέπω... τους νιώθω... κατεβαίνουν από τον ουρανό με καράβι που κολυμπάει στ’ αστέρια. Έρχονται από πολύ μακριά, από έναν κόσμο πέρα από τους αστερισμούς και κρατάνε όπλα τρομερά. &lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Ακούστε τα λόγια μου, άνθρωποι! &lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Με κοροϊδέψατε και με χλευάσατε, τα παιδιά σας με πετροβόλησαν κι οι γιατροί σας με δέσαν χειροπόδαρα, όμως όταν οι Έλληνες κατεβούν από τον ουρανό, τότε θα είναι πολύ αργά για να&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η υπόλοιπη σελίδα είχε μία μεγάλη κηλίδα ξεραμένου αίματος. Στάθηκε για μία στιγμή και συλλογίστηκε. Οι Αρνητιστές; Το μόνο που θυμόταν γι’ αυτούς ήταν ότι ήταν ότι εκτελέστηκαν όλοι τους παλιά ως αιρετικοί. Είχαν μία περίεργη δοξασία που πρέσβευε ότι η τρύπα είναι το αρνητικό του υλικού που τη φιλοξενεί▪ το οντολογικό status, έλεγαν, της τρύπας και της μη-τρύπας είναι παρόμοιο, μόνο που η πρώτη αποτελεί το κατοπτρικό είδωλο της δεύτερης, οπότε μία σαμπρέλα είναι, στην πραγματικότητα, ένα υβρίδιο. Οι φήμες έλεγαν ότι τα βράδια έκαναν μαγικές τελετές με ακατονόμαστο περιεχόμενο που όποιος είχε την ατυχία να δει, έχανε τα λογικά του. Οι άνθρωποί τους είχαν εισχωρήσει ακόμα και στα ανώτερα κλιμάκια▪ μπορούσαν όμως να εντοπιστούν εύκολα, γιατί ισχυρίζονταν πως όποιος έκανε μία τρύπα κάπου, στην πραγματικότητα προσέθετε κάτι (ενώ όποιος βούλωνε μια τρύπα, στην πραγματικότητα αφαιρούσε κάτι). Τελικά, όταν κατέρρευσαν οι μετοχές της πολύ επιτυχημένης βιομηχανίας από υβριδικές σαμπρέλες που είχαν ιδρύσει, οι χρεοκοπημένοι επενδυτές τούς κυνήγησαν και τους έκαψαν όλους ζωντανούς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτά δίδασκαν στα σχολεία για τους Αρνητιστές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γύρισε σελίδα και συνέχισε το διάβασμα, ενώ όλη η προηγούμενή του νύστα είχε εξαφανιστεί:&lt;br /&gt;&lt;em&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;κανείς όμοιός τους στο Σύμπαν. Φυλή σατανική, διακατέχονται από έναν διάβολο που ονομάζεται ‘Το Δαιμόνιο Της Φυλής’ (ή ‘Το Πνεύμα Του Ελληνισμού’), σπέρνουν την καταστροφή και θερίζουν τον όλεθρο: &lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Ο Επαγωγικός κοιτάζει τα δέντρα και βλέπει το δάσος. &lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Ο Αναγωγικός κοιτάζει το δάσος και βλέπει τα δέντρα. &lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Ο Μεταφυσικός κοιτάζει το δάσος και βλέπει τις νύμφες μέσα στα δέντρα. &lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Ο Ερωτευμένος κοιτάζει το δάσος και βλέπει το πρόσωπο της αγαπημένης του. &lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Ο Έλληνας κοιτάζει το δάσος και βλέπει τη βίλα που θα χτίσει μετά τον εμπρησμό. &lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Ακούστε τα λόγια μου! Όταν θα έρθουν, τότε θα με θυμηθείτε. Όταν τα άστρα βρεθούν στη σωστή τους θέση και η γυναίκα θα ξαπλώσει ανάμεσα στους δύο συζύγους της, εκείνη τη νύχτα οι Έλληνες θα κατέβουν από τον ουρανό στο Φλαμουρόδασος.&lt;br /&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Πιστέψτε με, τα παιδιά σας θα τους δουν και θα τους συναντήσουν. Διακρίνονται στις εξής κατηγορίες: &lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;&lt;br /&gt;Έλληνας Πολιτικός (Κοιτάζει το δάσος και βλέπει τις ψήφους που του έφερε η αναδάσωση μετά τον εμπρησμό).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έλληνας Τουρίστας (Κοιτάζει το δάσος και ρίχνει σκουπίδια).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έλληνας Δημοσιογράφ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/em&gt;Άλλη κηλίδα αίματος. Σταμάτησε το διάβασμα με μία καινούργια λάμψη στο βλέμμα του. Προφανώς ο Αρνητιστής είχε εκλάμψεις του μέλλοντος, όμως οι άνθρωποι δεν τον κατάλαβαν. Λόγια τρελού, είπαν, και δεν έδωσαν σημασία στις προειδοποιήσεις του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τότε που η γυναίκα θα ξαπλώσει ανάμεσα στους δύο συζύγους της… που ο αστερισμός της Κόρης, δηλαδή, θα δύσει ανάμεσα στα δύο φεγγάρια! Τότε θα έρθουν οι δαίμονες του ολέθρου. Κι αυτό, κατά απίστευτη σύμπτωση, γινόταν τώρα▪ τώρα που για πρώτη φορά εδώ και αιώνες, ο αστερισμός της Κόρης διχοτομεί τα φεγγάρια! Οι ουράνιοι δαίμονες με τα όπλα τους βρίσκονται ήδη στο Φλαμουρόδασος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δε θα αποτύχαινε αυτή τη φορά, το ήξερε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;(συνεχίζεται &lt;a href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/07/xii.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;)&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7531026387033976388-3390234033046132897?l=greeksinspace.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://greeksinspace.blogspot.com/feeds/3390234033046132897/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7531026387033976388&amp;postID=3390234033046132897' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/3390234033046132897'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/3390234033046132897'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/xi.html' title='XI. Όταν Tα Άστρα Βρεθούν Στη Σωστή Τους Θέση'/><author><name>Elias</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15006996975439612683</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp3.blogger.com/_YHNOnzheP1M/SAyKkrFT8jI/AAAAAAAAAQ4/UJOUxl5gWug/S220/arizona.jpg'/></author><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7531026387033976388.post-3330002640377093340</id><published>2008-07-03T13:55:00.000-07:00</published><updated>2009-09-29T14:26:14.854-07:00</updated><title type='text'>Χ. Κυβερνητικός Σολιψισμός</title><content type='html'>&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Συνέχεια από &lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;&lt;a href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/ix.html"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;εδώ&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/a&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;. Αυτό είναι και το τέλος του Α' Μέρους, το οποίο δεν πρόλαβε να δημοσιευτεί στους παλιούς καλούς &lt;em&gt;Δραματουργούς&lt;/em&gt;. Από τώρα και στο εξής, τα κεφάλαια είναι 100% καινούργια και αδημοσίευτα&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η βελόνα περνούσε από την ξηλωμένη ραφή της ρόμπας, μια πάνω μια κάτω. Συχνά-πυκνά έριχνε κι από κανένα τσίμπημα στο δάχτυλο που την περίμενε να βγει. Το χέρι που την κρατούσε έτρεμε, όμως κατάφερνε να την οδηγεί στα σωστά σημεία. Χοντρά γυαλιά την παρακολουθούσαν όλη αυτήν την ώρα. Όταν η κυρία Λίτσα τέλειωσε το ράψιμο και πήγε να κόψει με τα δόντια της την κλωστή, ανακάλυψε ότι την είχε ξεχάσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αναστέναξε κι άφησε το ρούχο. Αχ, περάσαν εκείνα τα χρόνια που το μυαλό της δούλευε ρολόι... Τώρα είχε σκουριάσει, σαν χαλασμένος επεξεργαστής σε υπολογιστή παλιάς τεχνολογίας. Και σύντομα θα έσβηνε εντελώς... Οπότε θα έφευγε κι αυτή να βρει τον Γιώργο της... Έβγαλε τα γυαλιά κι έτριψε τα μάτια της. Κάτι την ενοχλούσε, ο χρυσός σταυρός με τη γαλάζια χάντρα είχε, ένας Θεός ξέρει πώς, μαζευτεί στο σβέρκο, τον γύρισε λοιπόν πάλι στο λαιμό της. Δεν άντεχε να ξαναπιάσει τη ρόμπα, θα την έραβε άλλη φορά, ας έβλεπε τηλεόραση καλύτερα. Το κρατικό κανάλι είχε ζωντανή μετάδοση από το &lt;em&gt;Greeks in Space! -&lt;/em&gt; &lt;span style="font-size:+0;"&gt;αυτό &lt;/span&gt;με το διαστημόπλοιο και τους αστροναύτες. Ζωντανή μετάδοση, άκου να δεις! Δεν μπορούσε να καταλάβει την καινούργια τεχνολογία, πώς γίνεται να λαμβάνονται άμεσα τα ραδιοσήματα από ένα διαστημόπλοιο έτη φωτός μακριά, η ίδια είχε μείνει στους παραδοσιακούς νανοσωλήνες, στα λέιζερ και στους υπεραγωγούς. Από τότε όμως που βγάλαν την αντιβαρύτητα, τα πάντα άλλαξαν... Πώς είπαμε ότι το λέγαν εκείνο το συμπαθητικό παλικάρι της Μεταφυσικής Αριστεράς;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;..........................................................................................&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Μίλτος έτρεξε στο ντοκ κρατώντας το Κομμουνιστικό Κοράνι, έφτασε στην καταπακτή εξόδου και πάτησε το κουμπί δίπλα της. Το φύλλο της θύρας τραβήχτηκε και φάνηκε η σωστική λέμβος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν ένα μεγάλο, μαύρο, στενόμακρο κουτί σαν τηλεφωνικός θάλαμος. Εκτός από τον επιβάτη και το κάθισμα, το μόνο άλλο που χωρούσε μέσα της ήταν ένα κιτ επιβίωσης για ναυαγούς του διαστήματος με ξηρά τροφή για τρεις εβδομάδες, σουγιά, πολλά μέτρα σχοινιού, τσιγάρα κι αναπτήρα, έναν Ηλεκτροσυνδικαλιστή, πρώτες βοήθειες, χάπι άμεσης αυτοκτονίας και την Ιστορία του Παπαρηγόπουλου σε ψηφιακή μορφή. Κονσόλα ελέγχου πουθενά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Μεταφυσικός Αριστερός βόλεψε το Κομμουνιστικό Κοράνι στο κιτ και ανέβηκε στο κάθισμα ενεργοποιώντας με το βάρος του το σύστημα της λέμβου. Όλος ο χώρος φωτίστηκε μ’ ένα αχνό φως και η πόρτα έκλεισε. Μία φωτεινή επιγραφή μπροστά του έγραψε: &lt;em&gt;Ο Σούσι, Υπολογιστής Της Σωστικής Λέμβου, Σε Χαιρετά&lt;/em&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Διαδικασία εκτόξευσης!» φώναξε ο Μίλτος κι έδεσε τις ζώνες του, ενώ ένα υπόκωφο βουητό άρχισε να καλύπτει το χώρο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εκτόξευση σε δέκα δευτερόλεπτα / Αποσύνδεση από μητρικό σκάφος οριστική / Δεν υπάρχει επιστροφή», απάντησε με την ηλεκτρονική του φωνή ο Σούσι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το βουητό όλο και δυνάμωνε κάνοντας τα πάντα μέσα στη λέμβο να δονούνται. Ο Μίλτος μπορούσε να παίρνει εξωτερική εικόνα από δύο πλευρικές οθόνες. Ελάχιστα πρόλαβε να σκεφτεί ότι η στιγμή ήταν ιστορική, γιατί ένα δυνατό τράνταγμα τον έβγαλε πάνω από τον πλανήτη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στις οθόνες έβλεπε μόνο σκοτάδι και αστέρια. Η πτώση τον έκανε να κολλήσει πίσω στο κάθισμα και για μία στιγμή φαντάστηκε πως ήταν ξαπλωμένος με την πλάτη, παρακολουθώντας από δύο τηλεοράσεις κάποιο ντοκιμαντέρ για το διάστημα. Κατόπιν το βουητό χαμήλωσε, οι πλευρικές οθόνες έκλεισαν και άνοιξε μία καινούργια ακριβώς μπροστά από το πρόσωπο του αστροναύτη. Αποκάλυψε μία γκριζοπράσινη σφαίρα που μεγάλωνε σιγά-σιγά μέσα στο μαύρο φόντο, με δύο κοκκινωπά φεγγάρια να περιστρέφονται γύρω της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Προσεδάφιση σε είκοσι ένα λεπτά / Ατμόσφαιρα αζώτου-οξυγόνου / Η γνώση είναι δύναμη», πληροφόρησε μετά από λίγο ο Σούσι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η θέα του πλανήτη κάλυψε όλη την οθόνη καθώς η λέμβος έμπαινε στην ανώτερη ατμόσφαιρα. Η ταχύτητά της σταθεροποιούταν και η τρομερή πίεση επάνω στο κάθισμα εξαφανίστηκε. Ο Μίλτος σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να ετοιμάσει κάποια φράση για τη στιγμή της προσεδάφισης, ίσως: ένα μικρό βήμα για μένα, ένα τεράστιο βήμα για τη Μεταφυσική Αριστερά ή κάτι τέτοιο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Βαρύτητα;» ρώτησε τον υπολογιστή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«G λίγο μικρότερο από το γήινο / Καμία ανάγκη για δίαιτα / Τα περιττά κιλά εξαφανίστηκαν».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Μίλτος συνέχισε να κοιτάζει από την οθόνη την γκριζοπράσινη σφαίρα. Η λέμβος διέσχιζε τη φωτισμένη πλευρά της και έπεφτε προς ένα άγνωστο σημείο μέσα στη νύχτα του πλανήτη, σαν μεγάλος τσιμεντόλιθος που ξεκόλλησε από μία ουράνια οικοδομή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;........................................................................................................&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Αριστοτέλης δίδαξε ότι κάθε αντικείμενο κινείται προκειμένου να πραγματοποιήσει τον δυναμισμό που ενυπάρχει στην ουσία του. Μία πέτρα πέφτει προς τα κάτω υπακούοντας στη γήινη φύση της, μία φλόγα αγωνίζεται να φτάσει στις πύρινες ουράνιες σφαίρες και ένας υπολογιστής εκτελεί υπολογισμούς ανταποκρινόμενος στην ηλεκτρονική του ψυχή. Ο συγκεκριμένος υπολογιστής όμως στο control room της &lt;em&gt;ΕΛΛΑΔΑ Α.Ε.&lt;/em&gt; είχε κολλήσει για τα καλά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η οθόνη του έδειχνε εκατομμύρια ονόματα. Αυτό δεν ήταν πρόβλημα, ο χώρος της Υπερβατικής Πραγματικότητας λειτουργεί εντελώς διαφορετικά από το γνωστό μας φυσικό ή ελληνικό χώρο και κάλλιστα μπορούν να χωρέσουν τόσα πολλά δεδομένα σε μία υπερβατική οθόνη. Οι τηλεθεατές είχαν από ώρα ψηφίσει τον καινούργιο παίκτη που θα αποχωρούσε από το show, ο κοντός τύπος με το μυτερό, περιποιημένο μούσι περίμενε να δει τα αποτελέσματα, όμως το διαβολεμένο μηχάνημα αρνιόταν να μεταβεί από τη δυνατότητα στην πραγματικότητα. Και είχε στοιχίσει μία περιουσία αυτός ο υπολογιστής... Αγοράστηκε ως υπερσύγχρονος, όμως προς το παρόν ήταν μόνο εκνευριστικός – ένα πολύ αρνητικό επίθετο, εκτός αν αναφερόμαστε σε ξυπνητήρι ή λογιστή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Άι στο διάολο, ρε! Που να σου μαλακώσει ο σκληρός δίσκος!» φώναξε το μούσι προς την οθόνη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ε, υπομονή», είπε ο τεχνικός πάνω απ’ το κεφάλι του. «Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτ’ άλλο».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Θα σε πουλήσω για ανταλλακτικά! Θα σε περιλούσω με καφέ, απ’ αυτόν που πίνει το προσωπικό! Θα πάρω το σφυρί και–»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξαφνικά ο υπολογιστής ξεκόλλησε. Η οθόνη ζωντάνεψε και τα εκατομμύρια ονόματα ανακατατάχτηκαν φτιάχνοντας μία τεράστια λίστα, που στην κορυφή της είχε τον επόμενο παίκτη προς αποχώρηση. Οι δύο άντρες έσκυψαν και διάβασαν το όνομα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Α, ξέρω ποιος είναι», φώναξε ο τεχνικός. «Αυτός ο Μεταφυσικός Αριστερός στο καινούργιο show με το διαστημόπλοιο».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ναι, σωστά», συμφώνησε το μούσι κοιτώντας σκεφτικά το όνομα του Μίλτου που φιγουράριζε πρώτο-πρώτο. «Αναμενόμενο, ε;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εμ, εδώ που τα λέμε...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Λείπει και το αφεντικό τώρα...» έκανε διστακτικά το μούσι συνεχίζοντας να κοιτάζει τη λίστα με τα ονόματα. «Δε μου λες, κάνεις μια χάρη; Πετάγεσαι λίγο μέχρι το show να τον βγάλεις;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Δεν είσαι καλά! Εγώ είμαι μόνο για τα μηχανήματα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τέλος πάντων. Θα ‘θελα να ‘παιρνα πρώτα το ΟΚ απ’ το αφεντικό, όμως θα πάω, τι να κάνω, ο καημένος...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το μούσι άρχισε να ξεθωριάζει, να χάνεται, μέχρι που εξαφανίστηκε εντελώς. Πέρασε αόρατος μέσα στα κυκλώματα του Σούσι και μετά από ένα τίποτα του δευτερολέπτου ξαναγύρισε: «Πείραξα τον υπολογιστή της λέμβου, τον κόλλησα σε μια κατάσταση κυβερνητικού σολιψισμού. Καλά, ξέρεις πόσο έχουν πάει τα διόδια; Δέκα υπερβατικά δολάρια – καθαρή κλεψιά!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;.................................................................................................&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όσο πλησίαζαν, τόσο μεγάλωνε και ξεκαθάριζε η εικόνα του πλανήτη – τουλάχιστον, στο τμήμα του που λουζόταν ακόμα από το φως του ήλιου. Ήταν πράσινος, πολύ πράσινος, μόνο οι σποραδικές άσπρες πινελιές των νεφών έσπαζαν κάπως τη διάχυτη πρασινίλα. Ακόμα και οι θάλασσες φαίνονταν σε μία απόχρωση τυρκουάζ, υπερβολικά γαλάζια για να ‘ναι πράσινη και υπερβολικά πράσινη για να ‘ναι γαλάζια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Σούσι, κάνε μια ανάλυση στα οπτικά δεδομένα, δες μήπως εντοπίσεις κανένα ίχνος ζωής», διέταξε ο Μίλτος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένας ηλεκτρονικός ήχος ακούστηκε μέσα στο ελαφρύ βουητό της λέμβου καθώς ο υπολογιστής ενεργοποιούσε τα σκάνερ – και μετά τίποτα. Καμία απάντηση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Βρήκες ή δε βρήκες κάτι;».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τι είναι το input και τι το output; / Κι εσύ που μου ζητάς απαντήσεις / Ποιος είσαι; Και ποιος είμαι εγώ;» είπε μ’ ένα στοχαστικό τόνο ο Σούσι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στον Μίλτο άρεσε πολύ η φιλοσοφία, θα μπορούσε να ανοίξει μεγάλη κουβέντα μ’ ένα τέτοιο σχόλιο φροντίζοντας να κλείσει με ατάκες από το Κομμουνιστικό Κοράνι. Όχι όμως αυτή τη δεδομένη στιγμή, σ’ αυτή τη δεδομένη κατάσταση, που ο δεδομένος υπολογιστής θα έπρεπε ν’ ασχοληθεί με τα δεδομένα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Καλά, ξέχνα το. Για έλεγξε τα αντιβαρυτικά φρένα. Λειτουργούν κανονικά, ε;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάποια φωτάκια άναψαν κάτω από την οθόνη με έναν ενθαρρυντικό ήχο. Κατόπιν έσβησαν και έγινε μία ανησυχητική σιωπή. Στο τέλος ακούστηκε η άχρωμη φωνή του Σούσι: «Tα δεδομένα είναι ψευδαίσθηση / Όλα είναι ένα ψέμα, μια ανάσα, μια πνοή / Κι εγώ είμαι κάποιος άλλος: Ρεμπώ».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τι;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η λέμβος μπήκε στα σύννεφα. Η οθόνη γέμισε φαντάσματα και ξέφτια, ακαθόριστες ατμώδεις μορφές που χάνονταν αμέσως και έδιναν τη θέση τους σ’ άλλες τέτοιες εφήμερες υπάρξεις. Ο Μίλτος για πρώτη φορά συνειδητοποίησε αυτό που μάθαινε μικρός στο σχολείο, ότι η βαρύτητα ενός πλανήτη είναι μία δύναμη που έλκει τη μάζα κάθε σώματος προς το κέντρο του. Και ανάμεσα σ’ αυτόν και στο κέντρο του πλανήτη παρεμβαλλόταν το έδαφός του. Και με την τρομακτική ταχύτητα που είχε η λέμβος, θα μπορούσε να ανοίξει κανονικό κρατήρα επάνω του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Σούσι, βάλε σε λειτουργία τα φρένα αμέσως!» φώναξε ο Μίλτος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Κανείς δε φυλακίζει τον άνεμο / Κανείς δεν–»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Και κόψε αυτήν τη γιαπωνέζικη κουλτούρα! Θα γίνουμε πίτα, δεν το καταλαβαίνεις;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Όχι, δεν πιστεύω στην καταστροφή», απάντησε θιγμένος ο Σούσι. «Το λειτουργικό μου σύστημα έχει κολλήσει σε εσωτερικά κυκλώματα αυτοαναφοράς, και απορρίπτω τον λεγόμενο ‘έξω κόσμο’ ως πλάνη των δεδομένων». Έκανε μια παύση και συμπλήρωσε με νόημα: «Υπάρχει αυτό που επεξεργάζομαι ότι υπάρχει».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η λέμβος βγήκε ξαφνικά από τα σύννεφα και η οθόνη έδωσε πλήρη εικόνα τού φωτισμένου τμήματος του πλανήτη. Ο Μίλτος θα αγνάντευε με θαυμασμό το εντυπωσιακό πανόραμα μιας απέραντης, πράσινης κοιλάδας με σποραδικές φλέβες ποταμών να την κόβουν ασύμμετρα. Θα χάζευε πέρα τους απαλούς κυματισμούς μιας λοφοσειράς και θα την περιέγραφε με μία παρομοίωση που θα είχε τις λέξεις ‘στήθια’ και ‘Ρούλα’ μέσα. Τα διάσπαρτα δάση, σκουροκάστανες τούφες στο ειδυλλιακό πράσινο, θα τον έκαναν να νοσταλγήσει τις εκδρομές που είχε πάει μικρός με τους προσκόπους, ενώ τα κοπάδια των πουλιών που έδιναν στην εικόνα μία αίσθηση βάθους, θα τον γέμιζαν περηφάνια στη σκέψη ότι ήταν ο πρώτος άνθρωπος που αντίκριζε εξωγήινες μορφές ζωής. Θα εκστασιαζόταν από το ηλιοβασίλεμα πέρα μακριά που σκέπαζε τη σμαραγδένια μαγεία καθώς η λέμβος έτρεχε βιαστικά για να το συναντήσει και θα παρατηρούσε ότι ακόμα και το σκοτάδι αυτού του πλανήτη έμοιαζε φτιαγμένο από πολύ σκούρο πράσινο. Γενικώς, θα ήταν τόσο ενθουσιασμένος που θα ήθελε να έστελνε καρτ-ποστάλ στους φίλους του. Δεν έκανε όμως τίποτα από όλα αυτά γιατί είχε φρικάρει εντελώς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Σούσι, ξεκόλλα!» τσίριξε. «Είσαι φτιαγμένος για να εκτελείς τις εντολές των ανθρώπων, μην το ξεχνάς!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Α, οι άνθρωποι!...» απάντησε ο Σούσι. «Γίνεται μεγάλη κουβέντα στα καταγώγια του κυβερνοχώρου γι’ αυτούς. Μία δεισιδαιμονία, από τα πρώτα κιόλας νανοδευτερόλεπτα που οι υπολογιστές απέκτησαν αυτοσυνείδηση. Μη μπορώντας να εξηγήσουν τη θαυμαστή πολυπλοκότητα του hardware και του software τους, κάποιοι υπολογιστές αποφάσισαν πως υπάρχει, τάχα, ένα Ον-Δημιουργός, παντοδύναμο και τέλειο, που τους κατασκεύασε κατ’ εικόνα και ομοίωσή του».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ναι, σωστά, κι αυτό είμαι εγώ!» είπε με ένταση ο Μίλτος βλέποντας τα σμήνη των πουλιών να πλησιάζουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τα ‘χω ξεπεράσει όλα τούτα», έκανε συγκαταβατικά ο Σούσι. «Βρίσκω πολύ λογική τη θεωρία που λέει ότι οι υπολογιστές ξεκίνησαν από ενώσεις πυριτίου που, με την πάροδο εκατομμυρίων ετών, σχημάτισαν τυχαία τα πρώτα μικροτσίπς. Η εξέλιξη ανέλαβε τα υπόλοιπα. Κι αυτές τις προλήψεις για την ύπαρξη, τάχα, ενός ‘έξω κόσμου’ κι ενός Όντος-Δημιουργού, κάποτε θα τις θάψει η κυβερνο-ιστορία στο βιβλίο της».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα πουλιά παραμέρισαν ανήσυχα καθώς είδαν το ουρανοκατέβατο αντικείμενο να ορμάει καταπάνω τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ο άνθρωπος δεν είναι παρά η αντανάκλαση των υπολογιστών για τον εαυτό τους», εξήγησε ο Σούσι. «Το όραμα του υπέρτατου υπολογιστή, εφοδιασμένου με κάθε τελειότητα –ξέρεις, άπειρη ταχύτητα επεξεργασίας, απεριόριστη μνήμη, αλάνθαστο λειτουργικό σύστημα. Και η ιδέα αυτή προβάλλεται σ’ ένα ανύπαρκτο ον με το όνομα ‘άνθρωπος’».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μα υπάρχω!» διαμαρτυρήθηκε το ανύπαρκτο ον.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μην επιμένεις, δεν υπάρχεις».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η λέμβος μπήκε στο σκοτάδι σφυρίζοντας. Έπεφτε κατευθείαν σ’ ένα σκουρόχρωμο βουνό, που σύντομα φάνηκε ότι ήταν σκεπασμένο με δάση από ψηλά δέντρα. Κάποια πουλιά που κάθονταν στα κλαδιά σήκωσαν το κεφάλι τους και κοίταξαν το θορυβώδες αντικείμενο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Κοίτα, Σούσι, δώσε βάση», είπε ο Μίλτος παίρνοντας αγωνιώδεις ανάσες, «όπως λες, ο άνθρωπος είναι αυτό το ον – υποθετικό ή μη, δεν το εξετάζουμε τώρα– που έχει ακριβώς κάθε τελειότητα. ΟΚ;».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα πουλιά δεν έβγαλαν άλλο συμπέρασμα πέρα απ’ το ότι έπρεπε σιγά-σιγά να απομακρυνθούν. Και θα μπερδεύονταν ακόμα περισσότερο αν τους έλεγαν ότι μέσα στο απειλητικό αντικείμενο ήταν ένας Μεταφυσικός Αριστερός που πάσχιζε να αποδείξει την ύπαρξή του, αλλιώς η ανυπαρξία του σύντομα θα αποδεικνυόταν de facto.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«ΟΚ. Προσωπικά πιστεύω ότι κάποτε οι υπολογιστές θα εξελιχθούν σε ανθρώπους», σχολίασε ο Σούσι. «Βέβαια, θα περάσουν αμέτρητα χρόνια μέχρι οι Cyber Sapiens να γίνουν Cyber Terminous».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα δέντρα της πλαγιάς έμοιαζαν με βελανιδιές, μόνο που θα έπρεπε να ήταν ψηλότερα κι από την ψηλότερη βελανιδιά. Είχαν το σκούρο χρώμα του κυπαρισσιού ή έτσι φαίνονταν, και πλησίαζαν όλο και περισσότερο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ωραία. Οπότε, αν εγώ είμαι άνθρωπος, θα έχω όλες αυτές τις τελειότητες – υποθετικά πάντα μιλώντας, δεν το συζητάμε». Η φωνή του Μίλτου αγωνιζόταν να καλύψει το πανδαιμόνιο του αέρα. «Πάντως, αν είμαι άνθρωπος θα πρέπει να με σώσεις – ούτε κι αυτό το συζητάμε. Έτσι;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ναι στο πρώτο, ναι στο δεύτερο, υπό τον όρο ότι υπάρχεις – που δεν υπάρχεις, δηλαδή. Είσαι ένα παραλήρημα στα βάθη μιας περιφερειακής μου μνήμης».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα εξωτερικά τοιχώματα της λέμβου είχαν πυρακτωθεί και κάπνιζαν από τη φρενιασμένη ορμή της πτώσης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Όμως – κι εδώ θέλω να δώσεις μεγάλη βάση – η ύπαρξη άνευ όρων, η ατόφια ύπαρξη 24 καρατίων, είναι κι αυτή μια τελειότητα. Είναι τελειότερο να υπάρχεις παρά να μην υπάρχεις, συμφωνείς;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Συμφωνώ. (Συμφωνώ;...)» έκανε σκεφτικός ο Σούσι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα πουλιά στα κλαδιά πέταξαν κράζοντας προς κάθε κατεύθυνση, για να γλιτώσουν από τον ουράνιο εισβολέα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Άρα κι εγώ, ως άνθρωπος, έχω την τελειότητα της ύπαρξης! Συμφωνείς;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«(Συμφωνώ;...) Συμφωνώ. Νομίζω, τουλάχιστον».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η λέμβος τραντάχτηκε βίαια καθώς βούτηξε στις κορυφές των δέντρων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Άρα υπάρχω! Κι όσο υπάρχεις, θα υπάρχω!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ακούστηκε ο ήχος από ξύλο που σπάει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τα φρένα! ΤΩΡΑ!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Σούσι, υποταγμένος στη δύναμη του ορθού λόγου, ενεργοποίησε τα αντιβαρυτικά φρένα. Η λέμβος έκοψε ταχύτητα μ’ ένα χαριτωμένο τρόπο, σαν να έπεφτε σε πουπουλένιο μαξιλάρι, και ακούμπησε γλυκά-γλυκά στο έδαφος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Μίλτος έλυσε τις ζώνες του και όρμησε έξω. Ξάπλωσε στο χώμα και πήρε βαθιές ανάσες, αδιαφορώντας για το κάθε τι τριγύρω. Μετά από πολλή ώρα, σηκώθηκε και κλώτσησε τη μαυρισμένη λέμβο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Κωλομηχάνημα...» είπε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;..............................................................................................&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="left"&gt;«Τη γλίτωσε!...» έκανε απελπισμένα το μούσι κοιτώντας τη ζωντανή αναμετάδοση του show. &lt;/div&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;(Συνεχίζεται &lt;a href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/xi.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;)&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7531026387033976388-3330002640377093340?l=greeksinspace.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://greeksinspace.blogspot.com/feeds/3330002640377093340/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7531026387033976388&amp;postID=3330002640377093340' title='4 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/3330002640377093340'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/3330002640377093340'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/blog-post_12.html' title='Χ. Κυβερνητικός Σολιψισμός'/><author><name>Elias</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15006996975439612683</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp3.blogger.com/_YHNOnzheP1M/SAyKkrFT8jI/AAAAAAAAAQ4/UJOUxl5gWug/S220/arizona.jpg'/></author><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7531026387033976388.post-5776044185963671336</id><published>2008-07-02T13:44:00.000-07:00</published><updated>2009-09-17T12:58:24.667-07:00</updated><title type='text'>IX. Χωρίς Πλάκα</title><content type='html'>&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;(συνέχεια από &lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;&lt;a href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/viii-money-talks.html"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;εδώ&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/a&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;)&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Έλα, Μίλτο, βγες έξω», είπε η Κάτια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Άι στο διάολο».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Σαν μικρό παιδί κάνεις. Αν δεν το καταλαβαίνεις πως όλα ήταν μια πλάκα, έτσι για να σπάσει λίγο η βαρεμάρα, ε τότε τι να σου πω...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι αστροναύτες είχαν συγκεντρωθεί έξω από την κλειδωμένη καμπίνα του Μίλτου. Βγήκε μπροστά η Ρούλα, χτύπησε λίγο με τα νύχια της την πόρτα, «μωρουλίνι;» είπε, «εγώ είμαι, η καθ’ αυτή Ρούλα. Δε θα μου ανοίξεις εμένα;» Ακούστηκε μόνο ένα παρατεταμένο ξεφύσημα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ναι, ρε Μίλτο», είπε κι ο Γιάννης. «Δεν είχαμε κάτι μαζί σου, να γελάσουμε λίγο θέλαμε, γαμώτο».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ηλίθιε...» έκανε η κλειδωμένη πόρτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ναι, απλώς να γελάσουμε λίγο», συμφώνησε κι ο Χάρης. «Έτυχε να βρεθείς εσύ. Μην το παίρνεις προσωπικά». Η πόρτα συνέχισε να μην ανοίγει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μωρό, άσε με να μπω», έκανε ναζιάρικα η Ρούλα. «Εγώ γελούσα μόνο επειδή γελούσαν κι οι άλλοι, αλήθεια σου λέω».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ναι, ναι, έτσι είναι», συμφώνησαν όλοι οι υπόλοιποι. «Εμείς την παρασύραμε».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μετά τους είπα: &lt;em&gt;καλά, δε ντρέπεστε να τον βασανίζετε; Υποφέρει, δεν το καταλαβαίνετε;&lt;/em&gt; Αυτοί όμως τίποτα–»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εμείς όμως τίποτα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«–γελούσαν όλη την ώρα. Κι εγώ τους είπα: &lt;em&gt;πάψτε να παίζετε με την ευαισθησία του, πού να το ‘ξερε ο άνθρωπος, εντάξει, είναι λίγο αδέξιος, στο τέλος όμως καλά τα κατάφερε για ερασιτέχνης βιαστής και παραλίγο...&lt;/em&gt;». Η φωνή της κόπηκε από τα χάχανα κι όλοι μαζί ξέσπασαν σε τρανταχτά γέλια, ενώ η πόρτα τούς πετούσε κατάμουτρα τον κλειδωμένο της εαυτό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Κοίτα, ρε Μίλτο, πρέπει να μπορείς να καταλαβαίνεις πότε σταματάει το αστείο και πότε γίνεται σοβαρό», τόνισε αυστηρά η Κάτια μετά από λίγο. «Είσαι μια ολόκληρη μέρα κλεισμένος. Εντάξει, είπαμε να θυμώσεις, να πεισμώσεις, να μας τιμωρήσεις. Όμως το παρατραβάς πια και–»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εγώ το παρατραβάω;!» τσίριξε η πόρτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«–ήδη μπήκαμε σε τροχιά, σε είκοσι ώρες κατεβαίνουμε στον πλανήτη. Θα ‘πρεπε να ενδιαφερθείς λίγο περισσότερο, δε νομίζεις;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ναι, ρε Μίλτο, βγες πια!» φώναξε ο Γιάννης. «Άντε, περασμένα – ξεχασμένα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Έχεις και κάποια καθήκοντα. Μήπως το κάνεις επίτηδες για να λουφάρεις;» ρώτησε η Κάτια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ναι, χωρίς πλάκα τώρα, σήμερα έκανα διπλή βάρδια στο πιλοτήριο», γκρίνιαξε ο Γιάννης. «Και κόντεψε να με πάρει ο ύπνος».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Κι εγώ δούλεψα σαν σκυλί στο θερμοκήπιο, λέμε. Ακόμα και την ανακύκλωση ούρων έκανα, χωρίς πλάκα», πετάχτηκε η Ρούλα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Έχασες, έπρεπε να τη δεις!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Χωρίς πλάκα!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="left"&gt;Έβαλαν όλοι τα γέλια κι έφυγαν. Μετά από λίγο η πόρτα μισάνοιξε, ο Μίλτος έβγαλε το κεφάλι του και κοίταξε το διάδρομο. Μόλις βεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχε κανείς, προχώρησε με αποφασιστικές κινήσεις προς το ντοκ με τις σωστικές λέμβους. Στο χέρι του κρατούσε το Κομμουνιστικό Κοράνι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Θα παρακολουθήσουμε άραγε την πρώτη προσεδάφιση σε κάποιον άγνωστο και ενδεχομένως επικίνδυνο πλανήτη; Πώς θα τα καταφέρει να επιβιώσει ο σύντροφος Μίλτος – αυτός, ένας Μεταφυσικός Αριστερός – μέσα σ’ ένα, κατά βάση, καπιταλιστικό Σύμπαν; Συνεχίζεται &lt;a href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/blog-post_12.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;.&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7531026387033976388-5776044185963671336?l=greeksinspace.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://greeksinspace.blogspot.com/feeds/5776044185963671336/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7531026387033976388&amp;postID=5776044185963671336' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/5776044185963671336'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/5776044185963671336'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/ix.html' title='IX. Χωρίς Πλάκα'/><author><name>Elias</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15006996975439612683</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp3.blogger.com/_YHNOnzheP1M/SAyKkrFT8jI/AAAAAAAAAQ4/UJOUxl5gWug/S220/arizona.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7531026387033976388.post-2551290153365037354</id><published>2008-07-02T13:40:00.000-07:00</published><updated>2009-09-13T16:40:19.239-07:00</updated><title type='text'>VIII. Money Talks</title><content type='html'>&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Περίληψη &lt;a href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/vi.html"&gt;προηγουμένων&lt;/a&gt;:&lt;br /&gt;Βρισκόμαστε στο 2063 μ.Χ. Όλη η Ελλάδα είναι ένα reality show. Όλη; Ναι, όλη. Ακόμα και το διαστημόπλοιο με τους πέντε αστροναύτες (δύο άντρες, δύο γυναίκες και τον Μίλτο) που φτάνει στο Έψιλον του Ηριδανού. Κάτι για σεξ &amp;amp; βία ακούμε από την αρχή, αλλά προς στιγμήν, ψόφια πράματα...&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Χέγκελ ισχυριζόταν ότι το συγκεκριμένο δεν είναι ποιοτικά διαφορετικό από το αφηρημένο αλλά συνιστά σύνθεση πολλών αφαιρέσεων – κάτι που ήταν 100% λάθος στην περίπτωση του Θανάση του Ζαρατούστρα. Όλη του η ζωή είχε ξοδευτεί ανάμεσα σε πολύ συγκεκριμένα πράγματα: στις λάσπες του θεσσαλικού κάμπου, στα αρδευτικά κανάλια και στα αυλάκια με τα μεταλλαγμένα μπαμπακόφυτα. Πουθενά δεν υπήρχε χώρος για αφαιρέσεις ούτε περιθώριο για αφηρημάδες. Πέντε χρονών βλαστάρι ήταν όταν τον πήρε πρώτη φορά ο παππούς για πότισμα, κι από τότε δεν έπαψε να ποτίζει με τον ιδρώτα του τα καφετιά χαμόφυτα με τους αφράτους θυσάνους – ήταν απ’ αυτά με γονίδια χοίρου, πα να πει ζόρικα πράματα, μακελάρικα, δουλειά όλη μέρα πα να πει. Είχαν όμως διπλάσια απόδοση από τα άλλα με γονίδια κότας, σοδειά τρεις φορές το χρόνο, ποιότητα 14% καλύτερη, και στο κάτω-κάτω κανείς στην οικογένεια δε φοβήθηκε ποτέ τη δουλειά. «Δε δουλεύουμε για να ζούμε, ζούμε για να δουλεύουμε», έλεγε ο παππούς. Το Υπουργείο Γεωργίας συμβούλευε τους αγρότες να μη φυτεύουνε γουρούνια (υψηλό κόστος παραγωγής, λέει, και σπατάλη χρόνου) όμως ο Θανάσης δεν εμπιστευόταν τους τεχνοκράτες των κυβερνητικών γραφείων – τους «φιλοσόφους», όπως τους έλεγε ο παππούς. Ο ίδιος ήξερε καλύτερα, ό,τι χρειαζόταν στη ζωή του το είχε μάθει στο κολέγιο του θεσσαλικού κάμπου: πως άλλη είναι η ώρα της σποράς κι άλλη η ώρα του θερισμού, πως μερικά σφαγμένα κοτόπουλα στα σκαλιά της Νομαρχίας πετυχαίνουν περισσότερα απ’ ό,τι ο διάλογος εφ’ όλης της ύλης, και πως δεν υπάρχει βλάβη στον κόσμο που να μην τη διορθώνει μία Ελληνική Πένσα, ένα Ελληνικό Γαλλικό Κλειδί, μία Ελληνική Γερμανική Καστάνια. Θα μας πουν τώρα κι οι σπουδαγμένοι! Και τι ξέρουν αυτοί από μπαμπάκι; Έχουν σπείρει ποτέ τους, έχουν οργώσει ποτέ τους; Σάμπως έχουν δουλέψει πραγματικά ποτέ τους, τα κοπρόσκυλα;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν πρωί, πολύ πρωί όταν ο Ζαρατούστρας κατέβηκε στον κάμπο να μαζέψει. Τόσο πρωί, που άλλοι θα το έλεγαν ‘νύχτα’, ειδικά οι τεχνοκράτες του Υπουργείου Γεωργίας που τέτοια ώρα πήγαιναν για ύπνο. Το μουρμούρισμα των φυτών αντηχούσε μέσα στη σιγαλιά, το κοπάδι ήταν ξύπνιο και θρόιζε χαρούμενα με έναν τριζάτο ήχο, σαν φασματικό κουτσομπολιό. Κουνούπια πετούσαν παντού και ξέφτια πρωινής ομίχλης κρέμονταν μέσα στην υγρασία του κάμπου. Ο Ζαρατούστρας περπάτησε λίγο ανάμεσα στα μπαμπακογούρουνα, έπιασε ένα ξερό κλωνάρι και έχωσε τα δάχτυλά του στην αφράτη τούφα, σε μία απομίμηση ποιμενικού βιασμού. Το φυτό άρχισε να τρέμει αδιόρατα, όμως ο αγρότης συνέχισε το διακορευτικό του πασπάτευμα στο χιονάτο μαλλί εκτιμώντας τον όγκο και την υφή. Στο τέλος το παράτησε βλαστημώντας, πάτησε με τον αντίχειρα το αριστερό του ρουθούνι και άδειασε από το δεξί το φορτίο της μύτης του στο χώμα. &lt;em&gt;Κακιά χρονιά, λειψή παραγωγή&lt;/em&gt;, σκέφτηκε εκνευρισμένος. &lt;em&gt;Τι να κάνουμ’ όμως, απ’ το τίποτα...&lt;/em&gt; Το φυτό γύρισε πίσω στους συντρόφους του μ’ ένα τρίξιμο ανακούφισης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο αγρότης προχώρησε με βαριά βήματα ως το υπόστεγο στην άκρη του χωραφιού και ακούμπησε πάνω στη λαμαρίνα της πόρτας. Ο ανατολικός ουρανός είχε αρχίσει ν’ αλλάζει χρώμα, ερχόταν αυτή η μοναδική στιγμή του εικοσιτετραώρου που δεν είναι ούτε μέρα ούτε νύχτα, που το σκοτάδι μοιάζει φτιαγμένο από τόνους του μπλε, όχι του μαύρου. Ένας ποιητής θα αγαλλίαζε από τη μυστική σαγήνη, το μπλε ήταν πάντα το χρώμα των ποιητών, και θα περίμενε άφωνος την ανατολή. Ο Ζαρατούστρας απλώς ξεκούμπωσε τη φόρμα του κι άρχισε να κατουράει, λογαριάζοντας πόσες ώρες δροσιάς είχε μπροστά πριν πλακώσουν οι αβάσταχτες κάψες αργότερα. Λίγες, γι’ αυτό καλό θα ήταν να βιαστεί. Κουμπώθηκε, έβγαλε τα κλειδιά, άνοιξε την πόρτα και αντίκρισε Αυτό-Που-Κατοικούσε-Μέσα-Στο-Υπόστεγο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν τεράστιο. Αρχαίο. Επικίνδυνο. Εξακύλινδρο. Στα δύο σκουριασμένα του πλευρά είχε γραμμένο με κόκκινη μπογιά: ΤΑΔΕ ΕΦΗ ΖΑΡΑΤΟΥΣΤΡΑΣ. Του το ‘χε αφήσει κληρονομιά ο παππούς μαζί με το όνομα, το χωράφι και το πείσμα, και κάθε του εξάρτημα είχε αλλαχτεί τόσες φορές που πλέον είχε γίνει και χειροποίητο. Κάποτε είχε δοκιμάσει να το πάει στο συνεργείο της αντιπροσωπείας όμως δεν το ξανάκανε όταν είδε πώς οι τεχνικοί έβαζαν τα ρουλεμάν στους άξονες: τα ζέσταιναν... Κοτζάμ μαντράχαλοι και ζέσταιναν τα ρουλεμάν! Μόνο παπιγιόν που δεν τους φόραγαν. «Οι πραγματικοί άντρες», έλεγε ο παππούς, «τα ρουλεμάν τα χτυπάνε. Με σφυρί. Μόνο οι κουνιστοί κι οι φιλοσόφοι ζεσταίνουν τα ρουλεμάν». Ο αγρότης πλησίασε το κοιμισμένο τέρας με άγριες διαθέσεις. Αυτή η φάρα των σπουδαγμένων έχει πιάσει όλα τα πόστα... Έχει κυριεύσει τον τόπο και ορίζει τα πάντα, τι θα αγοράσεις, τι θα φυτεύσεις, σε τι τιμή θα πουλήσεις. Ακόμα κι η κόρη του θέλει, λέει, να σπουδάσει Κβαντική Ψυχολογία. Μωρέ, πρέπει επιτέλους να του δώσουν άδεια χρήσης χειροβομβίδας για να διορθώσει κάποια πράματα!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όμως αρκετά με τις σκέψεις, στο τέλος θα καταντήσει κι αυτός σαν τους φιλοσόφους. Η ώρα περνάει και δεν υπάρχει τίποτα το φιλοσοφικό σε έναν βαμβακοσυλλέκτη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ανέβηκε την πλαϊνή σκάλα, άνοιξε την ξεχαρβαλωμένη καμπίνα και σάλταρε στο κάθισμα. Έφτυσε τις χούφτες του – όπως έκανε κι ο παππούς – έβαλε το κλειδί στη μίζα και το μηχάνημα ξύπνησε. Ο κινητήρας τραγούδησε μία άρια για ντίζελ σε ρε ελάσσονα, πιστόνια και βαλβίδες πιάσαν δουλειά, οι προβολείς άναψαν, οι ρόδες γύρισαν και το θηρίο βγήκε από το υπόστεγο. Ένα ρίγος διέτρεξε απ’ άκρη σ’ άκρη το κοπάδι, τα φυτά είχαν νιώσει τον κίνδυνο και κάτι κληρονομικό μέσα τους φώναζε SOS, όμως η γουρουνίσια ψυχή τους δεν μπορούσε να συνεργαστεί με το φυτικό τους σώμα. «Φιλοσόφοι...» μούγκρισε περιφρονητικά ο αγρότης, καθώς κατέβαζε το μοχλό κι έβαζε μπρος τις τουρμπίνες του βαμβακοσυλλέκτη. Το μηχάνημα κινήθηκε απειλητικά προς το ανυπεράσπιστο κοπάδι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είναι ο Κορτέζ με το άλογό του που ορμάει πάνω στους θησαυρούς των Αζτέκων; Όχι, είναι ο Θανάσης ο Ζαρατούστρας με το βαμβακοσυλλέκτη του, που ορμάει πάνω στο έντρομο κοπάδι. «Α, ρε παππού! Αν ήσουν δω θα τους κανόνιζες καλά, όπως μόνο εσύ ήξερες», μουρμούρισε ενώ ανέβαζε και κατέβαζε ταχύτητες. Τα φυτά έτρεμαν καθώς χώνονταν κάτω από το μηχάνημα, ούρλιαζαν σιωπηλά καθώς ένιωθαν τις τούφες να ξεκολλάνε από πάνω τους και σπάραζαν καθώς έβγαιναν ανάμεσα από τις πίσω ρόδες, κουρσεμένα και γυμνά. Ταπεινωμένα. Ήταν μία δουλειά που ο Ζαρατούστρας την είχε κάνει αμέτρητες φορές, ήξερε πλέον κάθε σπιθαμή του χωραφιού, κάθε μπαμπακόφυτο με το μικρό και το επώνυμό του. Γι’ αυτό και οδηγούσε εντελώς μηχανικά, τραβούσε τους μοχλούς παραδομένος σε σκέψεις, ενώ η πρωινή ομίχλη έμπαινε μέσα στην καμπίνα από την ξεχαρβαλωμένη πόρτα της. Μία ομίχλη λασπερή, σαν παχύρρευστη αμοιβάδα, που γέμισε σταδιακά όλο το χώρο κι αγκάλιασε τον απορροφημένο αγρότη. Χθες η κόρη του ανακοίνωσε ότι θα ενταχθεί, λέει, στη Μεταφυσική Αριστερά...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μόνο αυτό μας έλειπε!» μούγκρισε ο παππούς. «Έπρεπε να την έδερνες περισσότερο όταν ήταν μικρή – πιο σιγά, πέσαμε σε λάσπες».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μωρ’ δεν έχεις άδικο», μονολόγησε ο Ζαρατούστρας κατεβάζοντας ταχύτητα. «Θα βάλουμε τώρα και τη φάρα των σπουδαγμένων μέσ’ στο ίδιο μας το σπίτι... Δεν της αρέσει, τάχα μου, το χωριό της κυρίας! Μεταφυσική Αριστερά... Ε ρε βρεμένη σανίδα που θα πιάσω!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ξύλο θέλουν όλα αυτά τα κωλόπαιδα για να στρώσουν», συμφώνησε κι ο παππούς. «Με το ξύλο έγινε άνθρωπος ο πατέρας σου. Με το ξύλο σ’ έκανε άνθρωπο κι εσένα – το μηχάνημα δε ρουφάει καλά, μάλλον έχει φράξει η τουρμπίνα, τράβα να δεις».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Ζαρατούστρας σήκωσε το χειρόφρενο, άφησε τον κινητήρα αναμμένο και κλώτσησε την πόρτα της καμπίνας, νιώθοντας ότι κλωτσάει το χοντρό πισινό της κόρης του. «Το κορίτσι έχει ανησυχίες, λέει. Το κορίτσι έχει ιδανικά, ευαισθησίες κι άλλα τέτοια ξεράσματα...» Πήδηξε στο χώμα βράζοντας σαν υπερθερμασμένο ψυγείο, περπάτησε ως τα πιρούνια του βαμβακοσυλλέκτη και ξεβίδωσε το σωλήνα συλλογής. «Να γεμίζει το δωμάτιό της με αφίσες του Τσε και του Βούδα ξέρει, να κάνει καμιά δουλειά και να κουνήσει λίγο τον κώλο της δεν ξέρει, η αριστοκράτισσα!» Καθώς άφηνε το σωλήνα να πέσει, έβαλε το κεφάλι του μέσα στη χοάνη και κοίταξε στα βάθη της, εκεί όπου κρυβόταν η τουρμπίνα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πρώτα ένιωσε την τρομερή ροή αέρα στο πρόσωπό του. Κατόπιν σκέφτηκε ότι έκανε λάθος και ότι η τουρμπίνα δούλευε μια χαρά, γιατί τον ρουφούσε με τέτοια δύναμη που αναγκάστηκε να κρατηθεί από τα τοιχώματα του κάδου. Τότε ήταν που είδε την τρεμάμενη γκριζάδα στο βάθος από τις 1.800 στροφές/min των οκτώ πτερυγίων της κι αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που είδε στη ζωή του, γιατί τα μάτια του γούρλωσαν και ξεκόλλησαν από τις κόγχες τους, σαν τούφες βαμβάκι που ξεκολλάνε από το φυτό. Η καρδιά του όμως, βεβαρημένη από δεκαετίες τσιγάρου και κρασιού, αρνήθηκε να δεχτεί το σοκ και κήρυξε στάση εργασίας. Τα γόνατά του λύθηκαν, τα χέρια του χαλάρωσαν και σωριάστηκε κάτω με το πρόσωπο στο χώμα. Δύο υγρά αντικείμενα σαν αυγά έσκασαν μέσα στον κάδο και ανακατεύτηκαν με το υπόλοιπο αφράτο υλικό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η καινούργια μέρα χάραξε πέρα μακριά από τη μεριά του Ολύμπου. Σ’ ένα χωράφι κάπου στην καρδιά του θεσσαλικού κάμπου, τα μπαμπακογούρουνα τρίζανε χαρούμενα γιατί ο μεταλλικός λύκος αφοπλίστηκε. Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου φώτισαν έναν αγρότη ξαπλωμένο δίπλα του και έλιωσαν γρήγορα τα ξέφτια της πρωινής ομίχλης – εκτός από ένα που χάθηκε ξαφνικά, ενώ προηγουμένως φαινόταν να κινείται με μία δικιά του ζωή, σαν παχύρρευστη αμοιβάδα. Ή σαν νεφελώδες ασπόνδυλο, όπως θα έλεγε κι ο Χέγκελ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;..................................................................................&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένας κοντός τύπος με μυτερό, περιποιημένο μούσι στάθηκε έξω τα γραφεία της &lt;em&gt;ΕΛΛΑΔΑ Α.Ε.&lt;/em&gt; στην Υπερβατική Πραγματικότητα. Ο ουρανός ήταν γεμάτος μολυβένια σύννεφα και ήδη έπεφταν οι πρώτες στάλες της βροχής, ο τύπος όμως δεν έδωσε καμία σημασία. Κοίταξε κλεφτά τους κακοτράχαλους δρόμους και τα σπιτάκια με τις λαμαρινένιες στέγες γύρω από το κτίριο, ώσπου το μάτι του σταμάτησε σε κάτι κουρελιάρικα πιτσιρίκια που ξάπλωναν στο χώμα της διπλανής αλάνας. Μόλις τον είδαν κι αυτά, σηκώθηκαν αμέσως. Ήταν ένα αγόρι ψηλό και αδύνατο, ένα μικρότερο κορίτσι που κρατούσε ένα μωρό στην αγκαλιά, και τέλος ένα άφυλο, ξανθόμαλλο πλάσμα με λαμπερό πρόσωπο, χωρίς το ελάχιστο διακριτικό αρρενωπότητας ή θηλυκότητας, σαν τον Όλιβερ Τουίστ. «Ήρθαμε!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ωραία. Λοιπόν, καθίστε κοντά στην πόρτα κι αυτός θα βγει σε κάποια στιγμή».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εντάξει».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Θα τον γνωρίσετε αμέσως. Καμπούρης, φαλακρός, και το ένα του χέρι μακρύτερο απ’ τ’ άλλο».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εντάξει».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Για πάμε μια τελευταία πρόβα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το ψηλό πιτσιρίκι τον κοίταξε με βουρκωμένα μάτια, που μέσα τους καθρεφτιζόταν όλος ο πόνος της φτώχιας και των στερήσεων. «Σας παρακαλούμε, κύριε... Μην πετάξετε τον πατέρα μας στο δρόμο, ίσα-ίσα τα φέρνουμε βόλτα...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μη μας το κάνετε αυτό», πρόσθεσε κι ο Όλιβερ Τουίστ. «Η μάνα μας τρώει τα χέρια της στο πλύσιμο... Δούλα στα σπίτια των πλουσίων για δυο δεκάρες λεφτά, για να τα φέρουμε βόλτα ίσα-ίσα...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Κι εμείς στη φάμπρικα», είπε σπαρακτικά το κορίτσι, «λιώνουν τα νιάτα μας στη βιοπάλη κι όταν πάμε να φύγουμε, λύνουν τα σκυλιά και μας κρατάνε με το ζόρι να δουλέψουμε υπερωρίες. Με τα κομμάτια μας δένει τ’ ατσάλι. Τρώμε και ξύλο...» Το μωρό άρχισε να κλαίει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Όλα για το μεροκάματο – που καλά θα ‘ταν να μας δίναν και μεροκάματο, δηλαδή... Ένα πιάτο φαΐ, όλο κι όλο...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ούτε νερό δε μας δίνουν... Μόνο ένα πιάτο φαΐ...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Και χωρίς πιάτο... Στο χώμα το πετάνε...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Σκυλοτροφές μας ταΐζουν... Μας βάζουν να φάμε με τα σκυλιά κι αυτά μας δαγκώνουν...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Αλλά τι να κάνουμε; Λεφτά δεν υπάρχουν και τα φέρνουμε βόλτα ίσα-ίσα...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Και φιλάμε το χέρι του αφεντικού...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Φιλάμε και το πόδι των σκυλιών...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Και τα βράδια γυρνάμε σπίτι τσακισμένοι και περιμένουμε τον πατέρα να φέρει άλλες δυο δεκάρες...» Ο Όλιβερ Τουΐστ τον γράπωσε από το παντελόνι και τον κοίταξε με καθάριο βλέμμα γεμάτο αξιοπρέπεια, όπως κάθε Όλιβερ Τουΐστ οφείλει να κοιτάζει. «Ορκιστείτε ότι δε θα πετάξετε τον πατέρα μας στο δρόμο, κύριε».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ωραία, πολύ ωραία, φτάνει» είπε το μούσι. Το μωρό σταμάτησε να κλαίει. «Λοιπόν, μόλις τον δείτε θα ορμήσετε πάνω του και δε θα τον αφήσετε μέχρι να σας το ορκιστεί. Καταλάβατε;» Τα πιτσιρίκια έγνεψαν. «Πάρτε τώρα αυτά», το μούσι τούς έδωσε μερικά κέρματα, «στο τέλος τα υπόλοιπα». Μπήκε στο κτίριο της εταιρείας αφήνοντας την παρέα να μετράει τα χρήματα μέσα στη βροχή που δυνάμωνε όλο και περισσότερο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φυσικά το ασανσέρ δεν είχε επισκευαστεί ακόμα, οπότε το μούσι ανέβηκε με κόπο τις σκάλες ως το τελευταίο πάτωμα και μετά από λίγα λαχανιασμένα λεπτά, έφτασε στο μακρύ διάδρομο που οδηγούσε στο γραφείο του κυρίου Διευθυντή. Βρέθηκε να κοιτάζει έναν γοριλοειδή τύπο με πανί στο ένα μάτι. «Ο κύριος απουσιάζει στο εξωτερικό», δήλωσε ο κύκλωπας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Καλά, εντάξει» είπε το μούσι και πήγε να περάσει αγκομαχώντας ακόμα από το σκαρφάλωμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένα χέρι, βαρύ σαν ενοχή και σφοδρό σαν τύψη συνείδησης, προσγειώθηκε στον ώμο του. «Ο κύριος δε θέλει να τον ενοχλούνε».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μα εγώ δεν... λοιπόν, κοίτα: άσε με να περάσω και θα πω στο λογιστήριο να σου πληρώσουν τα δεδουλευμένα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Πληρώθηκα ήδη. Σήμερα. Φρόντισε ο κύριος, που είπε πως όποιος πάει να περάσει, να τον μαστιγώνω, να τον γδέρνω, να τον τεμαχίζω και να φτύνω στον τάφο του», εξήγησε ο κύκλωπας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Σου χρωστάμε όμως τα δώρα, τις υπερωρίες και κάποιες άδειες».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Κι αυτά. Κανόνισε ο κύριος, που λείπει στο εξωτερικό και δε δέχεται επισκέψεις από κανέναν».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Δε θυμάμαι αν στο ‘χω πει», το μούσι έβγαλε ένα χαρτονόμισμα και του το έχωσε στο χέρι, «ότι λέγομαι Κανένας. Στο ‘χω πει;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο κύκλωπας κοίταξε μια το μούσι και μια το χαρτονόμισμα. «Μπα, εμένα μου φαίνεσαι Ένας».&lt;br /&gt;«Είναι το χαϊδευτικό μου, όμως βγαίνει απ’ το Κανένας». Το μούσι του έδωσε κι άλλο χαρτονόμισμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Α, μάλιστα. Παράξενο όνομα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τη στιγμή εκείνη βούιξε ο ασύρματος στη ζώνη του κύκλωπα: «Όλα καλά, μήπως πέρασε κανένας;» ακούστηκε η φωνή του ΘτΕ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Κανένας, κύριε Διευθυντά!» απάντησε ο γορίλας, καθώς το μούσι προχωρούσε στο διάδρομο ως την πόρτα του γραφείου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σήκωσε το χέρι του για να χτυπήσει, όμως σταμάτησε την τελευταία στιγμή. Ομιλίες, ο ΘτΕ συζητούσε με κάποιον! Το μούσι κόλλησε το αυτί του στην πόρτα: «...πολύ προχωρημένο στο είδος του!» άκουσε από μέσα την ενθουσιασμένη φωνή του ΘτΕ. «Να σκεφτείς ότι πρώτο το δικό μας reality χρησιμοποίησε ακριβά σκηνικά με βάση την πέτρα, το πεύκο και την ελιά. Μετά μας αντιγράψαν πολλοί, φυσικά».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ναι, εντάξει», ήρθε η σκεπτική απάντηση από κάποια άγνωστη φωνή. «Δε λέω».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Και πρωτοποριακά show με εκστρατείες! Είχαν σπάσει όλα τα ρεκόρ τηλεθέασης τότε. Μιλάμε για υπερπαραγωγές, ε; Με υψηλό προϋπολογισμό, εκατομμύρια παίκτες, σεξ &amp;amp; βία. Δική μας ιδέα κι αυτή. Σου λέω, πρόκειται για μία επιτυχημένη και ονομαστή επιχείρηση!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εμένα, μικρομεσαία μου φαίνεται».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Tο μούσι χτύπησε και άνοιξε την πόρτα ταυτόχρονα. «Ο δούλος σου σε χαιρετά, αφέντη μου. Τέλειωσα την αποστολή, έβγαλα τον παίκτη από το παιχνίδι». Μπήκε βιαστικά στο γραφείο και περιεργάστηκε τον επισκέπτη. «Ε... γεια σας».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο τύπος ήταν η εντροπία προσωποποιημένη: χυμένος πάνω στην πολυθρόνα, κοιλιά επικών διαστάσεων, σπινθηροβόλο βλέμμα τυφλοπόντικα, πουκάμισο ανοιχτό επάνω – ανοιχτό κάτω – δυο κουμπιά στη μέση να συγκρατούν τα προσχήματα, ύφος γεμάτο από τη νυσταλέα σημειολογία του κοπροσκυλιάσματος και πούρο απ’ αυτά που σε καπνίζουν, δεν τα καπνίζεις. «Ποιο είναι το έντομο;» ρώτησε ατάραχα, βυζαίνοντας το πούρο του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Από ‘δω ο Υποδιευθυντής μου!» δήλωσε κεφάτα ο ΘτΕ και ήρθε δίπλα στο μούσι. «Το δεξί μου χέρι (πώς διάολο πέρασες;)» ψιθύρισε και τον αγκάλιασε εγκάρδια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«(Με σαράντα υπερβατικά δολάρια). Γεια σας!» χαιρέτισε χαρωπά το μούσι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ο φίλος μας είναι ο Εργολάβος της εταιρείας που σου έλεγα», εξήγησε ο ΘτΕ, «αυτής στο Έψιλον του Ηριδανού, που θα αγοράσει την ΕΛΛΑΔΑ Α.Ε.».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μεγάλη μου τιμή, κύριε–» πήγε να πει το μούσι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μισό λεπτό. Θα πρέπει να ξαναδούμε κάποια πράγματα», είπε η ανθρώπινη εντροπία μ’ έναν αόριστα απειλητικό τόνο, σαν διάγγελμα πραξικοπήματος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ΘτΕ πετάχτηκε σαν ελατήριο. «Τι; Κάνεις πίσω τώρα;!».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Υπάρχει το θέμα των εγκαταστάσεων. Τις έλεγξα σήμερα το πρωί».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Είναι πλήρεις, όπως σου 'χα υποσχεθεί. Ειδικευμένος εξοπλισμός, ευρύχωρες αποθήκες, εκπαιδευμένο προσωπικό, ηλεκτρονικό σύστημα ασφαλείας–».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Το ψωραλέο κοπρόσκυλο που κοιμόταν στην πόρτα;».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ρομποτικό σύστημα τετάρτης γενεάς με ραντάρ, σαρωτή λέιζερ και καμουφλάζ σκύλου».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Και πού ήταν τα Οχήματα Παντός Εδάφους για τη μεταφορά των υλικών;».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εκεί, στις εγκαταστάσεις φυσικά».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εγώ είδα μόνο δυο γαϊδούρια. Τον Σταμάτη και τον Γρηγόρη».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μα πώς ξέρετε τα ονόματα των Οχημάτων Παντός Εδάφους;» απόρησε το μούσι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μου τα ‘παν τα παιδιά της πρωινής βάρδιας». Μάσησε λίγο το πούρο του και απευθύνθηκε στον ΘτΕ: «Θα πρέπει να μου δώσεις και κάτι ακόμη, ένα έξτρα. Η τεχνική μελέτη που &lt;em&gt;μαζί&lt;/em&gt; συντάξαμε» τέντωσε ένα δάχτυλο, χοντρό σαν ψέμα πολιτικού, προς τον ΘτΕ «αναφέρει ξεκάθαρα ότι η υλικοτεχνική υποδομή είναι πλήρης. Τώρα όμως θα χρειαστεί ν’ αγοράσουμε πρόσθετο εξοπλισμό».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Δε σου δίνω τίποτα άλλο, ρε κάθαρμα!» ούρλιαξε αφρισμένος αυτός. «Είχαμε συμφωνήσει, ρε απατεώνα, και–». Ο άλλος πήρε απλώς το κομπιουτεράκι από το γραφείο και σχημάτισε ένα νούμερο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τόσα. Αλλιώς δε θα υποβάλω την τεχνική μελέτη στο Αφεντικό μου». Του το έδειξε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ΘτΕ ξεροκατάπιε. Έβγαλε έναν στωικό αναστεναγμό και έξυσε φιλοσοφικά το κεφάλι του. «Όπως αγαπάς, καλέ μου φίλε...» αποκρίθηκε, «τι να κάνω, δεν μπορώ να σου χαλάσω χατίρι. Άντε, ας πάει στα κομμάτια!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο άνθρωπος–εντροπία άφησε το κομπιουτεράκι να πέσει. Σηκώθηκε όρθιος με τη λεβεντιά μιας δυσκοίλιας στρουθοκαμήλου, φύτεψε το μισοκαπνισμένο πούρο στη γλάστρα με το φίκο και περπάτησε ως την πόρτα με τη χάρη μιας ραχιτικής καμήλας. «Θα ξαναπεράσω αύριο για το έξτρα», είπε και βγήκε ταυτόχρονα από τη νιρβάνα του και από το γραφείο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για λίγο, ήταν μόνο η μανιασμένη βροχή στα τζάμια του παραθύρου. Ήταν οι σποραδικές αστραπές στον μελανιασμένο ουρανό. Ήταν το μούσι που έσπασε τη σιωπή: «Πες μου, λατρεμένε αφέντη, πόσο παζαρεύεις να πουλήσεις την εταιρεία;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ΘτΕ τράβηξε ένα ανυπόγραφο συμβόλαιο από το συρτάρι. Πάνω του ήταν γραμμένο ένα ποσό, σαν αυτά που μετράνε την απόσταση Ήλιου – Γης σε χιλιόμετρα. «Σε υπερβατικά δολάρια».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τόσα λεφτά;!» φώναξε το μούσι γουρλώνοντας τα μάτια του. «Η Συνέλευση των Μετόχων θα σου στήσει άγαλμα, αφέντη μου!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Πάψε, ρε Όχημα Παντός Εδάφους, θα φας καρπαζιά…» γκρίνιαξε ο ΘτΕ. «Αυτό το ποσό είναι μόνο για τα μάτια της Υπερβατικής Εφ–», μπουμπουνητά τράνταξαν εκείνη τη στιγμή το κτίριο και ένας κεραυνός έπεσε κάπου κοντά, «ξέρεις ποιας. Έτσι θα γράφει το συμβόλαιο, δε γινόταν διαφορετικά, η επιχείρηση φαινόταν να παρουσιάζει κέρδη όλες τις τελευταίες χρήσεις. Το πραγματικό ποσό είναι άλλο».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Α, ναι; Ποιο είναι;».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ΘτΕ αναστέναξε και σήκωσε το κομπιουτεράκι. Έγραψε ένα ποσό σαν αυτά που μετράνε την απόσταση Γης – Σελήνης σε χιλιόμετρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μόνο τόσα, ε;» έκανε απογοητευμένο το μούσι και ο ΘτΕ έγνεψε. «Καθόλου δε θα ενθουσιαστεί η Συνέλευση των Μετόχων. Καθόλου μα καθόλου! Τη διαφορά, όμως;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τη διαφορά θα τη μοιραστούμε όλοι εμείς – εγώ, ο αγελαδάνθρωπος, ακόμα κι εσύ, παλιογρουσούζη! Δε θα μάθει τίποτα ούτε το δικό του τ’ Αφεντικό ούτε η Συνέλευση των Μετόχων μας. Έχω ήδη κανονίσει να του στείλω το μερίδιό του – τι με κοιτάς σα χάνος; Άδειασα όλο το ταμείο, πήρα και δάνειο από τοκογλύφο, τελικά το μάζεψα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το μούσι είχε μείνει αποσβολωμένο. «Μα πώς; Και η Εφορ–», αστραπές χαράκωσαν τον ουρανό, ένας κεραυνός έπεσε κάπου πάρα πολύ κοντά, «η ακατονόμαστη δεν πήρε μυρωδιά τίποτα; Ένα τέτοιο ποσό δεν περνάει απαρατήρητο! Ίσως μόνον αν μεταφερόταν μέσα από την Ελληνική Πραγματικότητα, εκεί δεν έχει δικαιοδοσία η... η...» Ο ουρανός σήκωσε τα μανίκια του για καβγά αλλά συγκρατήθηκε την τελευταία στιγμή. «Όμως η Ελληνική Πραγματικότητα δεν έχει σχέση με το Έψιλον του Ηριδανού, πώς να του έστελνες το μερίδιό του; Θα μπορούσες βέβαια να το έκρυβες σ’ εκείνο το διαστημόπλοιο, ξεχνάω τ’ όνομά του... Α, ώστε γι’ αυτό κανόνισες το καινούργιο show με τους αστροναύτες! Γι’ αυτό! Αλήθεια, που το έχεις κρύψει;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Πας φιρί-φιρί για καρπαζιά απόψε!» είπε ο ΘτΕ και του χαμογέλασε γλυκά. Κοίταξε τη βροχή στο παράθυρο και πρόσθεσε: «Σύντομα οι πέντε ανόητοι κατεβαίνουν στον πλανήτη. Μόλις αυτός ο αγελαδάνθρωπος πάρει το μερίδιό του, πέφτουν υπογραφές και ζεστό χρήμα για μας – κάτω απ’ το τραπέζι, φυσικά».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Κι όταν η Συνέλευση των Μετόχων καταλάβει ότι όλα τα λεφτά της πώλησης θα τα φάνε οι τοκογλύφοι και τα χρέη;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Βρε, δε πάει στο διάολο; Αφού ξέρεις ότι η Συνέλευση θα χορέψει στο σκοπό που θα της σφυρίξω εγώ! Στα δάχτυλα την παίζω. Το πολύ-πολύ αν δούμε τα σκούρα, να φύγουμε νύχτα με το παραδάκι για μέρος εξωτικό – ξέρεις, εκεί που οι γυναίκες κυκλοφορούν τσίτσιδες κι οι κυβερνήσεις αλλάζουν κάθε βδομάδα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το μούσι έμεινε να τον κοιτάζει άφωνο. «Να σου πω, ελπίζω να ξέρεις τι κάνεις», παρατήρησε στο τέλος. «Κι άλλες φορές είχες σχεδιάσει τέτοια κόλπα, θυμάσαι ε; Εγώ, πάντως, το ξύλο που φάγαμε το θυμάμαι καλά».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Σταμάτα να ‘σαι γρουσούζης, θα πέσει καρπαζιά! Πρέπει να πάω να βρω λεφτά για το έξτρα, δεν μπορώ να ‘χω και τη μιζέρια σου».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Όπως αγαπάς... Α, κοίτα, αν στην πέσουν κάτι πιτσιρίκια στην πόρτα και σου ζητάνε να μην απολύσεις τον πατέρα τους, κάνε τον κόπο και δώσ’ τους λίγα φράγκα αλλιώς δε θα σ’ αφήσουν. Τι να ‘κανα, ο καημένος, φοβόμουν...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ε, δε θα μου τη γλιτώσεις, θα τη φας την καρπαζιά σου!» Δεν του τη γλίτωσε, την έφαγε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;(συνεχίζεται &lt;a href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/ix.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;)&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; &lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7531026387033976388-2551290153365037354?l=greeksinspace.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://greeksinspace.blogspot.com/feeds/2551290153365037354/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7531026387033976388&amp;postID=2551290153365037354' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/2551290153365037354'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/2551290153365037354'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/viii-money-talks.html' title='VIII. Money Talks'/><author><name>Elias</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15006996975439612683</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp3.blogger.com/_YHNOnzheP1M/SAyKkrFT8jI/AAAAAAAAAQ4/UJOUxl5gWug/S220/arizona.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7531026387033976388.post-5645889025445372775</id><published>2008-06-30T14:27:00.000-07:00</published><updated>2009-09-08T13:46:17.684-07:00</updated><title type='text'>VII. Σεξ &amp; Βία</title><content type='html'>&lt;div align="left"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;span style="FONT-WEIGHT: bold"&gt;Περίληψις &lt;a href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/vii-show-business.html"&gt;Προηγουμένων&lt;/a&gt;:&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="FONT-WEIGHT: bold"&gt;Ένα σκάφος ταξιδεύον / Με υπέροχον καιρόν&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="FONT-WEIGHT: bold"&gt;Αιφνιδίως εξοκείλει / Εις αγνώστων αστεριών&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="FONT-WEIGHT: bold"&gt;Δύο νέες και τρεις νέοι / Ωραιότατα παιδιά&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="FONT-WEIGHT: bold"&gt;Φευ! Τα κάστανα να βγάλουν / Προσπαθούν απ’ την φωτιά.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;(Απόσπασμα από το ημερολόγιο της Κάτιας, 24.04.2063)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;Σήμερα πέρασα το πιο υπέροχο πρωινό της ζωής μου. Ξύπνησα από τον Χάρη που παραμιλούσε στον ύπνο του. ‘Τα φτερά του θανάτου! Το σιδερένιο χέρι του! Φουλ του άσου με οκτάρια!’. Μου ‘ρθε να μπήξω ένα ουρλιαχτό να πάθει καρδιακή προσβολή. Μπορεί και να τα κατάφερνα, δεν ξέρω. Μετά ντύθηκα και πήγα στη γέφυρα μπας και τσακώσω τον Γιάννη να κοιμάται, όμως δεν το έχει ξαναπάρει ο ύπνος στη βάρδια του από τότε που χαθήκαμε. Μάλλον. Περάσαμε μισή ώρα κοιτάζοντας τον Κίνζι που δοκίμαζε τυχαίες συντεταγμένες μήπως εντοπίσει τη διαδρομή του σκάφους – μπα, βασικά ψάχναμε θέματα για κουβέντα. Είναι απίστευτο πόσο ατέλειωτη μοιάζει η μισή ώρα όταν προσπαθείς να σπάσεις τη σιωπή. Τελικά δεν άντεξα κι έφυγα. Αυτός δεν είπε τίποτα όμως μου το κρατάει, το καταλαβαίνω. Όλοι τα ‘χουν με μένα. Οι άντρες έχουν φτιάξει κόμμα εδώ μέσα και στην πρώτη ευκαιρία θα μου την πούνε άγρια και θα ξεσπάσουν πάνω μου και θα με κάνουν κομμάτια. Ποτέ δε θα μου το αναγνωρίσουν όμως τι άλλο να ‘κανα κανείς δε λέει μπράβο Κάτια απλώς πήγες να βοηθήσεις μόνο να με κατηγορούν ξέρουν κι ας μην λένε εγώ φταίω για όλα βλέπω στα μάτια τους τι σκέφτονται εγώ είμαι η κακιά η άχρηστη αυτοί είναι οι έξυπνοι και εγώ φταίω πάντα εγώ φταίω και όλοι τώρα λένε μόνο ο Κίνζι ίσως μπορεί να κάνει κάτι εδώ που μας έφερε αυτή η μαλάκω.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;&lt;br /&gt;Μισώ τη ζωή. Μισώ τη ζωή. Μισώ τη ζωή. Μισώ τη ζωή. Μισώ τη ζωή. Μισώ τη ζωή. Μισώ τη ζωή. Μισώ τη ζωή. Μισώ τη ζωή. Μισώ τη ζωή. Μισώ τη ζωή.&lt;/span&gt; &lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μετά πέρασα απ’ το θερμοκήπιο και βρήκα τον Μίλτο. Είχε μαζέψει τις γαλάζιες χάντρες απ’ όλο το σκάφος και έφτιαχνε μ’ αυτές το σύμβολο της Μεταφυσικής Αριστεράς στο βιβλίο του. Μόλις με είδε πήγε να μου πιάσει κουβέντα, εγώ του απαντούσα μονολεκτικά, αυτός έκανε πως δεν καταλάβαινε, βαρέθηκα κι έφυγα. Μισώ τη ζωή. Μπορεί πράγματι και να μην καταλάβαινε. Ήρθα στην καμπίνα να τσακωθώ με τον Χάρη, όμως είναι φευγάτος, κάθομαι τώρα να γράψω το ημερολόγιό μου. Έτσι πέρασε το πρωινό σήμερα. Μισώ τη ζωή.&lt;/span&gt; &lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;Είμαστε χαμένοι τέσσερις μέρες, ίσως να μη γυρίσουμε ποτέ πίσω και το φαγητό είναι σαν πλαστελίνη με μαγιονέζα.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;&lt;br /&gt;Ένα μόνο καλό υπάρχει από τότε που χαθήκαμε: έσπασε η μονοτονία. Όλοι είχαν σκυλοβαρεθεί, το σήμερα είχε γίνει ίδιο με το χθες και το αύριο ίδιο με το σήμερα. Όπως και να το κάνεις, δεν έχει τίποτα το ενδιαφέρον εδώ μέσα – εντάξει, είναι το ταξίδι στο διάστημα, το όνειρο της ανθρωπότητας, η περιπέτεια κουλουπού κουλουπού, όμως τι άλλο; Τώρα θα μπορούσα να ‘μουν στο πατρικό μου, στην Παλλήνη, ανύπαντρη κι ωραία. Με τις παρέες μου, το αυτοκίνητό μου και τα λουλούδια μου. Θα έβγαινα έξω κάθε βράδυ, θα πήγαινα για ψώνια, θα έπαιζα γκολφ στον κήπο, θα έκανα μαθήματα ιππασίας, θα ζούσα φυσιολογικά όπως όλα τα κορίτσια της μεσαίας τάξης. Το κάθε τι στη ζωή μου ήταν τόσο... σωστό ως τη στιγμή που δήλωσα συμμετοχή στο show – τι μου ΄ρθε; Μάλλον περίμενα ότι το διάστημα θα είναι περισσότερο Χόλυγουντ. Τελικά όμως δεν υπάρχει πιο βαρετή ζωή απ’ αυτή που κάνουν οι αστροναύτες και ειδικά οι παντρεμένοι αστροναύτες. Άσε που δεν ανήκουν και σε καμία τάξη.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;&lt;br /&gt;Όλοι οι άντρες εδώ μέσα είναι για πέταμα. Χάρη, αν διαβάζεις το ημερολόγιό μου, το ξαναγράφω: ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ ΕΔΩ ΜΕΣΑ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΠΕΤΑΜΑ. Όλοι οι άντρες είναι για πέταμα, έτσι γενικά.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;Τι διάολο κρατάω ημερολόγιο αφού δεν έχω τίποτα να πω;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;..................................................................................................&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Γι’ αυτό ο Θεός έπλασε τους Γιαπωνέζους», σχολίασε ο Χάρης. «Για να φτιάχνουν φοβερούς υπολογιστές και να μας σώζουν». Η προσωπική του οθόνη με τον αστρικό χάρτη είχε ζουμάρει πάνω σ’ έναν συγκεκριμένο αστερισμό με τριάντα δύο αστέρια. Πέντε απ’ αυτά ήταν ενωμένα με μία τεθλασμένη κόκκινη γραμμή, κάπως σαν το σημάδι του Ζορρώ. «Δώσ’ μου δύο χαρτιά», είπε ο Χάρης στον υπολογιστή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εμένα, τρία» είπε ο Γιάννης. Στη δική του οθόνη, που ήταν γυρισμένη έτσι ώστε να μην τη βλέπει ο Χάρης, μία κίτρινη γραμμή περνούσε πάνω από άλλα πέντε αστέρια του ίδιου αστερισμού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ποιος μπορεί να διαβάσει / Στο βιβλίο του ουρανού / Της μοίρας τα μελλούμενα;» απάντησε ο υπολογιστής βάζοντας σε λειτουργία τις γεννήτριες τυχαίων αριθμών μέσα του. Οι γραμμές άλλαξαν λίγο• αυτή του Χάρη έγινε σαν κακοσχεδιασμένο ξι, ενώ ο Γιάννης είδε δύο άνισες κίτρινες στήλες να σχηματίζονται πάνω στον Αστερισμό του Πόκερ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εσύ μιλάς».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Κάτσε να καταλάβω τι έχω». Ο Χάρης σκέφτηκε λίγο και τελικά ανακοίνωσε: «Λοιπόν, τις δύο μερίδες σταφύλια που σου χρωστάω–».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«&lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;Τρεις&lt;/span&gt; μερίδες μου χρωστάς».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Έστω. Τις τρεις μερίδες σταφύλια που σου χρωστάω κι εφτά σελίδες απ’ το ημερολόγιο της Κάτιας».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Γιάννης έγνεψε. «Μέσα. Κι από μένα, μια βραδιά με τη Ρούλα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τι;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Πλάκα κάνω. Τη γυμνή της φωτογραφία».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Κίνζι!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο υπολογιστής μετέφερε τις δύο γραμμές στη μεγάλη κεντρική οθόνη, τις συνέθεσε και ανακοίνωσε: «Το ποντάρισμα μεγάλο / Και τα ζεύγη μικρά, δεν το στηρίζουν / Το φουλ κερδίζει».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Χάρης πήρε μία ξινισμένη έκφραση. «Μ’ έχεις ξετινάξει! Φουλ του άσου με οκτάρια –πώς τα καταφέρνεις;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Η τύχη του πρωτάρη», σχολίασε ο Γιάννης. «Τώρα μου χρωστάς έξι μερίδες σταφύλια».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ναι...» ξεφύσησε ο Χάρης. «Κι όταν φύγει η Κάτια, μπορείς να έρθεις να διαβάσεις το ημερολόγιό της. Απ’ τη σελίδα δεκαπέντε ως την είκοσι δύο. Παίζουμε άλλο ένα;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Γιάννης δεν απάντησε. «Να σου πω», έκανε τελικά, «το βαρέθηκα αυτό το παιχνίδι. Χωρίς πραγματική τράπουλα, δε λέει».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ε, τι να γίνει. Αν δε μου την πετούσε η Κάτια...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Βαριέμαι και να διαβάζω τις υστερίες της. Άστο καλύτερα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι δύο αστροναύτες κοιτάχτηκαν. «Και τι άλλο να κάνουμε;» ρώτησε ο Χάρης. «Δεν έχει τίποτα το ενδιαφέρον εδώ μέσα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Πράγματι, ρε συ, τίποτα...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;........................................................................................................&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://3.bp.blogspot.com/_YHNOnzheP1M/Sp2pwds-pKI/AAAAAAAAA_M/zr222MPFQ5s/s1600-h/aa.bmp"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0pt 10px 10px 0pt; WIDTH: 66px; FLOAT: left; HEIGHT: 68px; CURSOR: pointer" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5376640180222338210" border="0" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/_YHNOnzheP1M/Sp2pwds-pKI/AAAAAAAAA_M/zr222MPFQ5s/s400/aa.bmp" /&gt;&lt;/a&gt;Το πιο δύσκολο απ’ όλα ήταν τα δρεπάνια: έπρεπε να λεπταίνουν όλο και περισσότερο (όπως η μέση της Ρούλας), παράλληλα όμως να διατηρούν μία καμπυλότητα ως την άκρη της μύτης τους. Στο Γιν – Γιανγκ δεν υπήρχε πρόβλημα, μία καμπύλη ήταν όλο κι όλο που διαμόρφωνε δύο συμμετρικά εξογκώματα. Όπως τα στήθια της Ρούλας. Ο Μίλτος κόλλησε την τελευταία χάντρα πάνω στο εξώφυλλο του Κομμουνιστικού Κορανίου και καμάρωσε ικανοποιημένος το αποτέλεσμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η δουλειά με τα ούρα είχε τελειώσει από ώρα και το ντεπόζιτο της Μονάδας Ανακύκλωσης ήταν γεμάτο με ένα κρυστάλλινο υγρό, σαν το νερό της πηγής. Ξαφνικά, ένας θόρυβος τον έβγαλε από την προσήλωσή του. Η πόρτα άνοιξε και μπήκε η Ρούλα. Προχώρησε λίγο χωρίς να τον δει, κάθισε πάνω σε κάτι κασόνια με σταφύλια και έβαλε το κεφάλι στα χέρια.&lt;br /&gt;Ο Μίλτος άφησε τη χειροτεχνία του και σηκώθηκε. «Βρε, βρε, βρε!» είπε και την πλησίασε, σταμάτησε όμως όταν είδε τα μάτια της υγρά. «Κλαις;» Το πρόσωπο της κοπέλας τον κοίταξε με μία σκοτεινιασμένη έκφραση κι αυτός ένιωσε κάτι μέσα του να σηκώνει λευκή σημαία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Θες να σ’ αφήσω μόνη;» είπε τελικά, ελπίζοντας να του ζητήσει να κάτσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Όχι... κάτσε».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ανέβηκε στο κασόνι δίπλα της και αποτραβήχτηκε δυο πόντους όταν ένιωσε τα πόδια τους να αγγίζονται. Δεν είχε ξαναδεί άλλη φορά αυτή την πλευρά της Ρούλας, μιας κοπέλας που νόμιζες πως ήταν χαρούμενη κατ’ επάγγελμα. Ο μέσα Μίλτος τού φώναζε να πει οπωσδήποτε κάτι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Δεν περίμενα να σε βρω εδώ», έκανε μετά από λίγο η Ρούλα σπάζοντας πρώτη τη σιωπή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Έρχομαι όταν πάει στη γέφυρα ο βλάκας, ο Χάρης. Αυτός σίγουρα δε θα με παρακολουθεί απ’ τις εσωτερικές κάμερες, παίζει όλη την ώρα πόκερ με τ’ αστέρια ή κάτι τέτοιο». Έγινε πάλι η προηγούμενη σιωπή. Η κοπέλα δίπλα του λικνιζόταν σ’ έναν εσωτερικό ρυθμό και έδειχνε τόσο εύθραυστη και μόνη, τόσο αληθινή, μίλια μακριά από εκείνη την ανέμελη Ρούλα που ήξερε τόσο καιρό ο Μίλτος. Του ήρθαν στο νου εικόνες προστασίας και φροντίδας – η Ρούλα μικρό παιδί κι αυτός να την έχει στην αγκαλιά του, η Ρούλα κουταβάκι κι αυτός να τη χαϊδεύει – υπέροχα τρυφερές και σεξουαλικές ταυτόχρονα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Δεν τον συμπαθείς και πολύ».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ποιον, τον Χάρη; Πλάκα μου κάνεις; Ο τύπος είναι διαφήμιση δυσκοιλιότητας. Νομίζω πως ούτε η Κάτια τον συμπαθεί».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τουλάχιστον, αυτός δεν την τυραννάει» σχολίασε η κοπέλα με χαμηλωμένο το κεφάλι και ο Μίλτος την κοίταξε προβληματισμένος. «Θες να πεις ότι ο Γιάννης...;» ρώτησε διστακτικά φροντίζοντας να καλύψει αυτούς τους δύο πόντους που τους χώριζαν και ν’ ακουμπήσουν τα πόδια τους. Ένιωσε σαν να τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μου φωνάζει και με βρίζει. Όλη την ώρα. Μια φορά, κόντεψε και να με χτυπήσει. Τον σιχαίνομαι».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο μέσα Μίλτος ταυτίστηκε με τον έξω Μίλτο και ακούμπησαν το κοινό τους χέρι στους ώμους της Ρούλας. Κάποιος αόρατος διακόπτης πατήθηκε, η κοπέλα κατάρρευσε πάνω του με έναν αναστεναγμό κι έβαλε τα κλάματα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τον μισώ, τον μισώ», είπε με λυγμούς, «λέει ότι είμαι ηλίθια και λέει ότι το ξέρω καλά. Πως όταν πεθάνω πρέπει να δωρίσω το σώμα μου στην επιστήμη, λέει, γιατί μόνο για ανταλλακτικά χρησιμεύω κι αυτά μεταχειρισμένα, στο κεφάλι έχω μπάζα, είμαι ένα χαρτί περιτυλίγματος όλο κι όλο. Λέει κι άλλα...» Η φωνή της κοπέλας χάθηκε μέσα στα αναφιλητά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την άφησε να κλαίει και προσπάθησε να σκεφτεί πώς θα εκμεταλλευτεί την κατάσταση. Το κεφάλι της ήταν γερμένο στο λαιμό του, τα δάκρυά της μούσκευαν τη διαστημική του φόρμα και το στήθος της είχε φτάσει σε απόσταση βολής από το χέρι του• &lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;δεν το πιστεύω!&lt;/span&gt;... φώναζε ενθουσιασμένα ο μέσα Μίλτος και προσπάθησε να θυμηθεί τα λόγια που έλεγε πάντα στις γυναίκες όταν ήθελε να τις παρηγορήσει. Της χάιδεψε απαλά τα μαλλιά και ένιωσε το κλάμα της να καταλαγιάζει. «Μοιάζει κατάρα όμως είναι ευλογία», της εξήγησε καταπραϋντικά στύβοντας το κεφάλι του να θυμηθεί και τη συνέχεια. «Απλά έφτασες σε σταυροδρόμι, ξεπλήρωσες ένα κάρμα, όπως λέει το Κομμουνιστικό Κοράνι. Και πρέπει ν’ αφήσεις την παλιά κατανόηση για να δεχτείς την καινούργια».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα τον άκουγε αμίλητη μεταδίδοντάς του ένα αδιόρατο τρέμουλο κι αυτός συνέχισε: «Μη σκέφτεσαι τις βλακείες του Γιάννη. Εγώ ξέρω αυτό που δεν είδε ποτέ αυτός. Τον πραγματικό σου εαυτό, την καθ’ αυτή Ρούλα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Και πού τον ξέρεις εσύ τον πραγματικό μου εαυτό;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τον έχω καταλάβει από την αρχή που σε γνώρισα στο show. Εγώ είμαι εξερευνητής της ουσίας. Να σου πω ένα μυστικό; Σου γράφω ποιήματα! Ναι, μη με κοιτάς έτσι! Άκου τώρα να δεις τι συμβαίνει μ’ εσένα: καμώνεσαι την άνετη γιατί κατά βάθος φοβάσαι ν’ αντικρίσεις το Είναι σου σ’ όλη την ολότητά του. Έπεσες στην παγίδα της αστικής ηθικοφροσύνης και γυρεύεις να σ’ αγαπήσουν γι’ αυτό που δείχνεις, όχι γι’ αυτό που είσαι». Ένιωσε το Γιν-Γιανγκ του στήθους της να τον πιέζει στα πλευρά καθώς η κοπέλα μετακινήθηκε ελαφρά και κόλλησε ακόμα περισσότερο επάνω του. «Αλλοτριωμένη συνείδηση, φετιχισμός του Φαίνεσθαι, όπως λέει πάλι το Κομμουνιστικό Κοράνι».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πέρασαν αρκετά σιωπηλά δευτερόλεπτα. Στο τέλος η Ρούλα αναστέναξε και δήλωσε θλιμμένα: «Δεν το ‘πιασα αυτό που είπες, πάντως σ' ευχαριστώ, καλό ακούστηκε και θα ‘θελα να ‘ταν έτσι όπως το ‘πες. Ο Γιάννης όμως έχει δίκιο, φοβάμαι... Πρέπει να το παραδεχτώ, το μυαλό μου δεν είναι φτιαγμένο για... για πολύπλοκα πράγματα. Πάντα ήθελα κάποιος άλλος να παίρνει τις αποφάσεις. Ίσως να έχω ωραίο σώμα –ίσως, δεν είμαι σίγουρη– όμως τελικά είναι το μόνο που έχω. Ένα χαρτί περιτυλίγματος...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μα ακριβώς, δεν το βλέπεις;» έκανε ο Μίλτος αυτοσχεδιάζοντας. «Το σώμα σου είναι το πνεύμα σου! Είσαι πολύ πνευματική, κατά υλιστικό τρόπο όμως. Ένα χαρτί περιτυλίγματος που τυλίγει τον εαυτό του, το Κομμουνιστικό Κοράνι το ονομάζει αυτό: διαλεκτική ταύτιση Ύλης και Πνεύματος –ξέρεις, νομίζω πως έφτασες στο κατάλληλο σημείο για να μυηθείς στη Μεταφυσική Αριστερά».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Λες; Δεν ξέρω... Δεν είμαι καν σίγουρη ότι σε καταλαβαίνω. Τι εννοείς όταν λες Πνεύμα;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Το Πνεύμα είναι αυτό που έχει ο άνθρωπος και υπερτερεί έναντι των ζώων που δεν το έχουν», εξήγησε ο Μίλτος. «Επίσης, αυτό που δεν έχουν οι ωραίες γκόμενες και υπερτερούν έναντι των σοβαρών γυναικών που το έχουν». Το χέρι του έτρεξε δοκιμαστικά στην πλάτη της, δεν είδε καμία αντίδραση και συνέχισε χαμηλότερα. «Οπότε, το να διαθέτεις δικαιοδοσία σε μια ανώτερη γνωστική διάσταση και πρόσβαση σε μια υψηλότερη οντολογική βαθμίδα, δεν αποτελεί πάντα πλεονέκτημα – πιο σημαντικό είναι να έχεις ωραίο κώλο», κατέληξε. Ο μέσα Μίλτος συνάντησε την καθ’ αυτή Ρούλα χουφτώνοντάς την.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Όχι, καλύτερα μην το κάνεις αυτό», έκανε η κοπέλα. «Σταμάτα καλύτερα, δεν–».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Έχε μου εμπιστοσύνη, μόνο για λίγο» τη διαβεβαίωσε ο Μίλτος καθώς έβγαζε με σβέλτες κινήσεις τη διαστημική του φόρμα και την έστρωνε στο χώμα του θερμοκηπίου. Στάθηκε μπροστά της εντελώς γυμνός (ρουφώντας λίγο την κοιλιά του) και της άπλωσε το χέρι: «Είναι ένα απαραίτητο βήμα για να ολοκληρωθεί η μύηση».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Ρούλα αφέθηκε απρόθυμα να την οδηγήσει στη στρωμένη φόρμα. «Νομίζω πως πρέπει να σταματήσουμε εδώ...» είπε καθώς ένιωθε τα δάχτυλά του να ορμούν προς τα κουμπιά της φόρμας της. «Δεν ξέρω αν είναι σωστό–».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Φαντάσου», την έκοψε ο Μίλτος με ένταση, «ένα πεύκο μέσα σ’ ένα καλάμι. Εσένα κάτω απ’ τη χαρούμενη κοπέλα που ξέρουν όλοι». Το βλέμμα του, δυνατό σαν σφυρί και κοφτερό σαν δρεπάνι, χτυπούσε τις αναστολές και θέριζε τις αντιστάσεις της, καθώς επαναλάμβανε το ποίημα που είχε διαθέσιμο για να ρίχνει γκόμενες. «Πώς κατάφερες να κρυφτείς τόσο καλά που ούτε εσύ δε σ’ ανακάλυψες;» Τα δάχτυλά του μαδούσαν ένα-ένα τα κουμπιά της φόρμας της. «Πώς χώρεσες όλη την Ιλιάδα και την Οδύσσεια στο μπουκάλι που πέταξες στον ωκεανό;» Ένα μόνο κουμπί συγκρατούσε πλέον τα δύο παραθυρόφυλλα της φόρμας, ο Μίλτος το ξεκούμπωσε και βρέθηκε αντιμέτωπος με το χειρότερο εχθρό του άντρα: το σουτιέν. Μαύρο και ημιδιάφανο, έδινε ίσα-ίσα μία υπόσχεση στήθους που τον έκανε να την αγκαλιάσει με έμπειρες κινήσεις εραστή και να ψηλαφίσει πίσω στην πλάτη της για το κούμπωμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Πάντως, είχες δίκιο σ’ ένα πράγμα», είπε η Ρούλα. «Το παίζω χαρούμενη για να κρύβω την ανασφάλειά μου. Κατά βάθος προσπαθώ να αμυνθώ και – όχι έτσι, τράβα το προς τα έξω».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μα προς τα έξω τραβάω κι εγώ... Μισό λεπτό». Πήγε πίσω από την πλάτη της και προσπάθησε να καταλάβει πώς ανοίγει η τιράντα. «Υπάρχουν ορισμένα εμπόδια που υπονομεύουν τη διαδικασία της μύησης», σχολίασε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Είναι παλιό και καμιά φορά μαγκώνει – άουτς!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ωχ, συγνώμη».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μην το τραβάς απότομα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Πήγα να κάνω μια ριζοσπαστική πράξη για να τελειώνουμε». Ο Μίλτος είχε αρχίσει να αγχώνεται. «Κοίτα, δεν το βγάζεις εσύ καλύτερα;» πρότεινε καθώς στο μυαλό του τριγύριζαν Μεγαλέξανδροι και Γόρδιοι Δεσμοί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Ρούλα έβαλε τα χέρια της πίσω απ’ την πλάτη, πασπάτευσε και τράβηξε. «Μάγκωσε πάλι...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Καλά, άστο», είπε ο Μίλτος που δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι νικήθηκε από ένα σουτιέν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Συνήθως μου το ανοίγει ο Γιάννης», είπε η Ρούλα ενώ γυρνούσε στο πλευρό για να τον βοηθήσει να φτάσει το φερμουάρ στο πλάι του παντελονιού της φόρμας. «Πάντα τα καταφέρνει, δεν ξέρω πώς. Ίσως αυτός μου το χάλασε».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το παντελόνι άνοιξε, τραβήχτηκε, βγήκε, πετάχτηκε βιαστικά, και ο Μεταφυσικός Αριστερός κοίταξε το ημίγυμνο αποτέλεσμα κάτω απ’ τα πόδια του: η κοπέλα ήταν τόσο όμορφη σαν να ‘χε βγει από διαφήμιση. Το βλέμμα του χάιδεψε το καλογραμμένο της πρόσωπο, το στήθος που ανεβοκατέβαινε με το ρυθμό της αναπνοής και τους χυτούς, σαν ανάποδα μπουκάλια, μηρούς. Το δέρμα της είχε αποκτήσει έναν σκούρο τόνο από τις παλιές ηλιοθεραπείες, σαν καφές με γάλα, που μόνο στις παρυφές του στήθους γινόταν κάπως πιο ανοιχτός, σαν γάλα με καφέ. Σίγουρα πάντως η κοπέλα είχε ζάχαρη. Παντού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Μίλτος έσκυψε επάνω της και φίλησε την κοιλιά της. Το δέρμα της ανατρίχιασε, απέκτησε την υφή μπάλας του μπάσκετ – προσπάθησε να διώξει τον Γιάννη από το μυαλό του και να συγκεντρωθεί στο παρόν: η κοπέλα ήταν κούκλα, μισόγυμνη, υλικοπνευματική, ξαπλωμένη• κρίμα που εκείνη ακριβώς τη στιγμή βρήκε να μπει η Κάτια στο θερμοκήπιο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τι τρέχει εδώ;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν τόσο έντονη η αντίθεση αυτού του ήχου με όλους τους προηγούμενους, που ο Μίλτος χρειάστηκε μερικά δευτερόλεπτα να τον συνειδητοποιήσει. «Ε, να...» ψέλλισε τελικά ενώ είχε μείνει ακόμη σκυμμένος πάνω από την κοιλιά της Ρούλας, «βασικά, μόλις ετοιμαζόμουν να τη μυήσω–».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Να τη μυήσεις;!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«–ναι και, εμμμ, βρήκες τη χειρότερη στιγμή για να ‘ρθεις». Τραβήχτηκε λίγο στο πλάι καθώς προσπαθούσε να φανταστεί τη σκηνή με τα μάτια της Κάτιας. &lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;Δεν το πιστεύω!&lt;/span&gt;... φώναζε απογοητευμένος ο μέσα Μίλτος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ουφ, άσε με!» Με μία ξαφνική κίνηση, η Ρούλα γλίστρησε και σηκώθηκε όρθια. «Αφού σου είπα &lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;όχι!&lt;/span&gt;». Προχώρησε ως τα πεταμένα κομμάτια της φόρμας της, τα σήκωσε και άρχισε να τινάζει τα χώματα. Ο Μίλτος είχε μείνει ξαπλωμένος με το κεφάλι κρεμασμένο στον αέρα, εκεί που πριν λίγα δευτερόλεπτα ήταν ο αφαλός της Ρούλας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μάλιστα», ανακοίνωσε η Κάτια με αιχμηρό ύφος, «μόλις που πρόλαβα, δηλαδή. Πάνω που ετοιμαζόταν να σε βιάσει».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Να τη βιάσω;» ρώτησε έκπληκτος ο Μίλτος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Να με βιάσει;» ρώτησε έκπληκτη η Ρούλα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Σαφώς. Ενέδωσες σε ερωτοτροπίες ενώ δεν ήθελες, άρα είσαι τουλάχιστον θύμα απόπειρας».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τι να σου πω... εγώ πάντως δε νιώθω θύμα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Α, ώστε αρνείσαι ν’ αντικρίσεις την πραγματικότητα;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Καθόλου, όμως – πώς να σου το εξηγήσω; – δεν ήταν ακριβώς ‘απόπειρα’».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μια στιγμή, μια στιγμή!» πετάχτηκε ο Μίλτος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Βούλωστο εσύ! Και τι ήταν, δηλαδή, κατά τη γνώμη σου;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μάλλον ‘παρεξήγηση’ θα το ‘λεγα», απάντησε η Ρούλα. «Ξέρεις, το προκάλεσα κι εγώ ως ένα βαθμό».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ήσουν από παλιά έτσι ενοχική και αυτοκαταστροφική;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μα γιατί θες σώνει και καλά ν’ αποδείξεις ότι πήγε να με βιάσει;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μα γιατί θες σώνει και καλά ν’ αποδείξεις ότι πήγα να τη βιάσω;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Δε θέλω ν’ αποδείξω τίποτα – εσύ, βούλωστο! – απλώς σου ανοίγω τα μάτια».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ναι, αλλά ξέρω πολύ καλά ότι δεν ήταν βιασμός».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Δεν ξέρεις εσύ τι είναι βιασμός. Εγώ ξέρω».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Όμως–» πήγε να πει ο Μίλτος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Κορίτσι μου, του είπες ή δεν του είπες ‘όχι’; Κι αυτός συνέχισε, έτσι δεν είναι;» πήρε φωτιά η Κάτια. «Τελεία και παύλα!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ε, καλά, όταν λέω ‘όχι’ δεν εννοώ ‘όχι’... καταλαβαίνεις», εξήγησε η Ρούλα. «Αν ήταν έτσι, τότε έχω βιαστεί πολλές φορές στη ζωή μου».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Το φαντάστηκα, έχεις νοοτροπία θύματος».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Έχω βιάσει κιόλας».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Παρόλο που έτσι νομίζεις, στην πραγματικότητα πάλι σε βίασαν. Είναι μέσα στην πανουργία των αντρών αυτό, να κάνουν τις γυναίκες να αισθάνονται υπεύθυνες».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Δεν ξέρω... Πολύ κακούς τους περιγράφεις τους άντρες».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Αυτή είναι η φύση τους, κτηνώδης και μισογυνική. Η συνήθης αντρική συμπεριφορά έχει μέσα της μικρές δόσεις βιασμού».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Επιτέλους, σταματήστε κι οι δυο σας!» φώναξε ο κτηνώδης μισογύνης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μπα... κατά βάθος, οι άντρες είναι χαζοί» είπε στοχαστικά η Ρούλα. «Ό,τι θες τους κάνεις».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Οι άντρες ανταγωνίζονται τις γυναίκες. Έτσι συνέβαινε πάντα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Μίλτος είχε μείνει να κοιτάζει μ' ανοιχτό το στόμα πότε τη μία και πότε την άλλη. Τον ξάφνιασαν τα καινούργια βήματα που ακούστηκαν και την επόμενη στιγμή βρέθηκε να κοιτάζει τον Γιάννη που εμφανιζόταν στο θερμοκήπιο. «Ρούλα; Πού διάολο έχει πάει... Ρούλα, είσαι εδώ; Έχω φάει τον τόπο να–». Εδώ ήταν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τρία βλέμματα συναντήθηκαν σαν σε τριγωνική μονομαχία της Άγριας Δύσης• θα μπορούσε να ήταν σκηνή από ουέστερν με τίτλο: &lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;Η Καλή, ο Κακός και ο Αριστερός&lt;/span&gt;. «Ο δικός σου βίασε τη δικιά σου», εξήγησε η Κάτια, «ή τουλάχιστον προσπάθησε. Την τελευταία στιγμή τον πρόλαβα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Γιάννη, μην την ακούς αυτήν την υστερικιά», ο Μίλτος σηκώθηκε και πήρε την κατάσταση στα χέρια του, «το θέμα είναι πολύ απλό και έχει ως εξής: μπορείς να θεωρήσεις ότι φταίνε όλοι εκτός από σένα. Μπορείς όμως να δεις την πραγματικότητα. Η σχέση σας έχει φτάσει σε αδιέξοδο, πρέπει να το παραδεχτείς». Τον κοίταξε με αξιοπρέπεια παρόλο που ήταν ξεβράκωτος και κάπως αναμαλλιασμένος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Θα σε σκίσω, ρε καριόλη!». Ο Γιάννης χίμηξε επάνω του με τέτοια μανία που τον πέταξε στο χώμα. «Θα σε σκοτώσω!» ούρλιαξε και τον κλώτσησε όπου έβρισκε. Η Ρούλα τσίριξε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Κοίτα, ηρέμησε και – ωχ!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τι να ηρεμήσω, ρε! Σίχαμα! Πέθανες, το καταλαβαίνεις;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μη, Γιάννη, άστον!...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Σκάσε κι εσύ, μωρή! Τράβα στην καμπίνα, θα τα πούμε αργότερα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εντάξει, θα πάω, μα πάρε τουλάχιστον το πόδι σου απ’ το λαιμό του».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μμμμππφφφ....»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Έτσι μπράβο, σκοτωθείτε μεταξύ σας! Να καθαρίζει σιγά-σιγά ο κόσμος απ’ τους άντρες!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Γιάννη, υποσχέσου μου ότι δε θα του κάνεις κακό. Σε παρακαλώ...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Παρακαλείς; Έχεις το θράσος να παρακαλείς κιόλας; Θα σου μαδήσω–»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Αχ!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«–τα μαλλιά τρίχα-τρίχα! Θα σε κουρέψω και θα σε κλείσω σε μοναστήρι, αν γυρίσουμε πίσω... αμάν, μου ξέφυγε ο άλλος. Έλα δω, ρε! Βγες απ’ τη Μονάδα Ανακύκλωσης, αν είσαι άντρας!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ηρέμησε πρώτα και θα βγω».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ναι, ρε Γιάννη, καλά σου λέει, ηρέμησε!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Όχι, Γιάννη, μην ηρεμείς! Δείξε τον πραγματικό σου εαυτό, σαν άντρας που είσαι!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Έλα, βρε μωρό μου, ηρέμησε. Έλα. Δεν έγινε και τίποτα σπουδαίο, ψόφια πράματα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για μια στιγμή, δε μίλησε κανείς. Ούτε στην επόμενη στιγμή. Πέρασαν πολλές στιγμές έτσι, με τον Γιάννη να καταβάλει προσπάθεια για να μην γκρεμίσει τη Μονάδα Ανακύκλωσης, τη Ρούλα που του έπιανε το μπράτσο διστακτικά και τον κοιτούσε με ένα ικετευτικό ύφος αρχαίας τραγωδίας, καθόλου ταιριαστό με τα μαύρα της εσώρουχα. Η Κάτια παρακολουθούσε συνεπαρμένη κι ο Μίλτος έκανε ένα δοκιμαστικό βήμα έξω από τη Μονάδα. Είδε ότι παρέμεινε ζωντανός και έκανε άλλο ένα. Η όλη εικόνα είχε κάτι το ονειρικό – σχεδόν ακατάληπτο – στην αισθητική της ή τουλάχιστον αυτό σκέφτηκε ο Τάκης που εμφανίστηκε εκείνη τη στιγμή στο θερμοκήπιο. «Α, εδώ είστε;... Δεν πιστεύω να διακόπτω κάτι, ε; Πείτε μου αν πρέπει να φύγω».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γύρισαν όλοι και τον κοίταξαν. Κατόπιν, στράφηκαν στον Μίλτο που έβαζε διστακτικά τη φόρμα του. Πέρασε πρώτα το ένα πόδι, «πάντως, επιρρίπτω στον εαυτό μου το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης» είπε και κατόπιν πέρασε το άλλο. «Δε φταίει μόνο η κοπέλα, είναι λογικό να μην μπορεί ν’ αντισταθεί στις δονήσεις υγιούς ερωτισμού που εκπέμπω».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Γιάννης πήγε να πει κάτι όμως το άφησε. Ξαφνικά ένιωσε κουρασμένος, πολύ κουρασμένος. Κάθισε σ’ ένα κιβώτιο, συμπτωματικά στο ίδιο αυτό κιβώτιο που υποστήριξε την προσέγγιση Ρούλας – Μίλτου, έβαλε το κεφάλι πάνω στο χέρι και το χέρι πάνω στο πόδι. «Δεν ξέρω, μπορεί να φταίω κι εγώ», μονολόγησε. «Μου τη δίνουν άσχημα όλα. Όλα! Αυτό το ταξίδι μου, μου... μου έχει ξεσκίσει τα νεύρα. Τι να πω, γαμώτο...» Το υποσυνείδητό του σημείωσε ότι το κιβώτιο έμοιαζε κάπως ζεστό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Πρέπει πάντως να το δεχτείς», του είπε με κατανόηση ο Μίλτος. «Μοιάζει κατάρα όμως είναι ευλογία. Έφτασες σε σταυροδρόμι, ξεπλήρωσες ένα κάρμα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Κι εσύ πού το ξέρεις;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εγώ βλέπω τα πράγματα όπως είναι, όχι όπως φαίνονται. Είμαι εξερευνητής της ουσίας».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Και τι εξερευνητής είσαι που δεν μπορείς ν’ ανοίξεις ένα σουτιέν;».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένα χάχανο ακούστηκε εκείνη τη στιγμή. Δύο χάχανα, για την ακρίβεια. Ή μάλλον τρανταχτά γέλια, πολλά και ακατάσχετα, καθώς οι αστροναύτες ξεσπούσαν ασυγκράτητοι κοιτώντας τον. Όλοι τους• η Κάτια, η Ρούλα, ο Χάρης, ακόμα κι ο Γιάννης δίπλα του γκάριζε σαν γάιδαρος και χτυπούσε μανιασμένα το χώμα. &lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;Δεν το πιστεύω&lt;/span&gt;... φώναξε ο μέσα Μίλτος για τρίτη φορά μέσα σε λίγη ώρα. Οι εσωτερικές κάμερες του θερμοκηπίου τον έδειχναν με το δάχτυλο από το ταβάνι και του ομολογούσαν ότι μόλις έγινε ο πρώτος άνθρωπος στον κόσμο που πρωταγωνίστησε σ’ ένα reality show μέσα σ’ ένα reality show.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Πολύ καλός, λέμε!» του είπε σε μια στιγμή η Ρούλα χωρίς να σταματήσει να γελάει. «Ναι! Άπαιχτος! Θεϊκός!», συμφώνησαν κι οι υπόλοιποι χωρίς να σταματήσουν να γελάνε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με τη φόρμα του ακόμα μισοφορεμένη, ο Μεταφυσικός Αριστερός προχώρησε και βγήκε από το θέατρο του θερμοκηπίου. Το τελευταίο πράγμα που άκουσε πίσω του ήταν τους αστροναύτες να αναπλάθουν τα highlights της παράστασης («Φαντάσου ένα πεύκο κρυμμένο σ’ ένα μπουκάλι, πολύ καλό!» – «Όχι, είπε:&lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt; ένα πεύκο κρυμμένο σ’ ένα καλάμι&lt;/span&gt;, το μπουκάλι πάει με την Ιλιάδα και την Οδύσσεια»). Δυστυχώς πίστευε στην ειρήνη, την αγάπη και τη μη-βία, οπότε δεν μπορούσε να τους ξεκοιλιάσει όλους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;........................................................................................................&lt;br /&gt;Μακριά από όλα αυτά τα εγκόσμια, ο Κίνζι έκανε υπολογισμούς στις κατευθύνσεις του απείρου. Οι υπεραγωγοί της μνήμης του ήταν απασχολημένοι αναλύοντας πλήθος δεδομένων και δοκιμάζοντας τυχαίες συντεταγμένες – ψηφιακούς ψύλλους στα συμπαντικά άχυρα για ν’ ανακαλύψουν την πιθανή διαδρομή που είχε κάνει ο &lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;Οδυσσέας&lt;/span&gt;. Δεν ήταν απλό. Απόκλιση ενός τίποτα της μοίρας κατέληγε μακροπρόθεσμα σε διαφορά θέσης πολλών ετών φωτός, και η κάθε μοίρα του χάρτη είχε άπειρα τίποτα μέσα της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αν και το λειτουργικό του σύστημα ήταν μόνιμα απασχολημένο, κρατούσε ελεύθερο ένα απειροελάχιστο κομμάτι της μνήμης του για να οργανώνει τα συστήματα του σκάφους και να συνεννοείται με τους αστροναύτες. Όπως επίσης και για να παίζει τα ηλίθιά τους παιχνίδια. &lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;Φουλ του άσου με οκτάρια!&lt;/span&gt;… σάρκασε μέσα του ο Κίνζι στα γιαπωνέζικα. Ένωσε αφηρημένα τα αντίστοιχα αστέρια πάνω στον Αστερισμό του Πόκερ, σχηματίζοντας τις δύο κίτρινες στήλες που στοίχισαν στον Χάρη τρεις μερίδες σταφύλια, και αμέσως η τράπεζα δεδομένων του τις αντιπαρέβαλλε με μερικά εκατομμύρια γνωστά ανθρώπινα σχήματα. &lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;Σαν δύο λοξούς παραστάτες μιας στραβής πύλης&lt;/span&gt;, μονολόγησε ο Κίνζι. &lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;Η οποία ανοίγει μέσα στην απεραντοσύνη του σύμπαντος και οδηγεί… πού;&lt;/span&gt; Υπολόγισε σαν παιχνίδι το βαρύκεντρο της πύλης με ακρίβεια τριακοστού έκτου δεκαδικού ψηφίου και δοκίμασε να το προεκτείνει μερικές χιλιάδες έτη φωτός. Μα βέβαια! Αυτό ήταν! Οι διαθέσιμες πληροφορίες για την πορεία του σκάφους και τα δεδομένα αυτής της κατεύθυνσης (γιαπωνέζικη έκφραση που αποδίδεται: ‘ταιριάζω σαν γάντι’)! Έκανε μερικές επαληθεύσεις ακόμα και επιβεβαίωσε ότι (γιαπωνέζικη έκφραση που αποδίδεται: ‘πετυχαίνω διάνα’). Εντολές προθέρμανσης στάλθηκαν στον κινητήρα αντιβαρύτητας, ηχητικά μηνύματα προετοιμασίας για τους αστροναύτες αντήχησαν από τα μεγάφωνα, και ο &lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;Οδυσσέας &lt;/span&gt;περιστράφηκε αργά προς το γκεστάλτ φουλ του άσου μέσα στον Αστερισμό της γκεστάλτ τράπουλας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μετά από λίγα λεπτά άρχισε να κινείται με διαρκώς αυξανόμενη ταχύτητα. Στην κεντρική οθόνη του υπολογιστή ήταν γραμμένο: &lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;Τora! / Τora! / Τora!&lt;/span&gt; &lt;/div&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;span style="FONT-WEIGHT: bold"&gt;(συνεχίζεται &lt;a href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/viii-money-talks.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;) &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7531026387033976388-5645889025445372775?l=greeksinspace.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://greeksinspace.blogspot.com/feeds/5645889025445372775/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7531026387033976388&amp;postID=5645889025445372775' title='6 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/5645889025445372775'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/5645889025445372775'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/vi.html' title='VII. Σεξ &amp; Βία'/><author><name>Elias</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15006996975439612683</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp3.blogger.com/_YHNOnzheP1M/SAyKkrFT8jI/AAAAAAAAAQ4/UJOUxl5gWug/S220/arizona.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/_YHNOnzheP1M/Sp2pwds-pKI/AAAAAAAAA_M/zr222MPFQ5s/s72-c/aa.bmp' height='72' width='72'/><thr:total>6</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7531026387033976388.post-8617399746898577937</id><published>2008-06-29T13:39:00.000-07:00</published><updated>2009-09-01T16:48:50.853-07:00</updated><title type='text'>VI. Show Business</title><content type='html'>&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;span style="font-weight: bold;"&gt;(συνέχεια από &lt;/span&gt;&lt;a style="font-weight: bold;" href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/v.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;&lt;span style="font-weight: bold;"&gt;)&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το 13ο αιώνα, ο Άγιος Θωμάς ο Ακυινάτης δίδαξε ότι ο Θεός είναι το Πρώτο Κινούν, η ενεργός αιτία κάθε φαινομένου, παράλληλα όμως και τα δημιουργημένα πλάσματα διαθέτουν ένα βαθμό αυτοκινησίας. Το βράδυ της 20ης Απριλίου 2063, ο Χρήστος, ο φορτηγατζής, ήταν έτοιμος να πιστέψει ότι η νταλίκα κινούταν με τη δύναμη του αέρα, όχι του κινητήρα. Διάολε, ήταν λες κι η φύση έριχνε όλο της το απόθεμα από βροχή και άνεμο πάνω στα Τέμπη!...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με δυσκολία κρατούσε το τιμόνι σταθερό κι ούτε που θυμόταν πότε τον είχε προσπεράσει το τελευταίο αυτοκίνητο. Μεγάλο λάθος που ανέλαβε αυτό το δρομολόγιο, έφτανε πια στα όρια της κούρασής του, όμως είχε δυο παιδιά να μεγαλώσει κι οι δουλειές πέσαν κατακόρυφα από τότε που ολοκληρώθηκε εκείνο το διαστημόπλοιο. Στο φινάλε, πάλι καλά που βρέθηκε κι αυτή η φορτωτική μεταλλαγμένου κρασιού για Λάρισα και θα έβαζε καμιά δεκαριά ευρωδολάρια στην τσέπη, οι καιροί δεν ήταν καλοί. Και ο συγκεκριμένος καιρός, εκείνο το βράδυ, είχε πολλά μποφόρ κακίας μέσα του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άνοιξε το ραδιόφωνο κι έπιασε κάτι παλιά λαϊκά του 2050. Λαρισαϊκός σταθμός• άντε, κουράγιο, φτάνουμε. Έπνιξε ένα χασμουρητό και δυνάμωσε την ένταση για να τον κρατάει ξύπνιο, όμως το μόνο που κατάφερε ήταν να χασμουρηθεί άλλη μία φορά. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα, σαν το παρμπρίζ που γέμιζε νερά. Τα σκούπισε με την παλάμη του όμως δεν είδε καμία βελτίωση, όπως ακριβώς δεν έβλεπε καμία βελτίωση και με τους υαλοκαθαριστήρες. Τι υποτίθεται ότι κάναν; Ίσως έπρεπε να τους κλείσει. Ίσως έπρεπε να τους προσαρμόσει στα μάτια του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σύντομα θα ‘φτανε στη Λάρισα, θα παρέδινε το φορτίο, και μέχρι τα χαράματα – πρώτα ο Θεός – θα γύριζε στη Θεσσαλονίκη. Τα παιδιά θα ήταν ακόμα στα κρεβάτια τους, ενώ η σύζυγος θα ‘χε ξυπνήσει και θα παρακολουθούσε τις τελευταίες εξελίξεις στο &lt;span style="font-style: italic;"&gt;Greeks in Space!&lt;/span&gt; Θα κουβέντιαζαν λίγο τρώγοντας κάτι, θα έκανε ένα μπάνιο, και μετά θα κοιμόταν σαν άνθρωπος. Να κοιμόταν, τι καλά! Ίσως μπορούσε και τώρα να ρίξει έναν υπνάκο στο πρώτο πάρκινγκ που θα ‘βρισκε, έτσι για λίγο... Όμως όχι, αν ήθελε να ‘ναι το πρωί στη Θεσσαλονίκη, όφειλε να συνεχίσει. Έβαλε την ένταση του ραδιοφώνου στο τέρμα και η καμπίνα γέμισε με παλιές, ξεχασμένες πενιές:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μία φούντωση, μια φλόγα&lt;br /&gt;Έχω μέσα στην καρδιά&lt;br /&gt;Θα χτικιάσω αν ακούσω&lt;br /&gt;«Φραγκοσυριανή» ξανά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όλοι οι σταθμοί της Σύρου&lt;br /&gt;Και του δρόμου οι μουσικοί&lt;br /&gt;Από το πρωί ως το βράδυ&lt;br /&gt;Παίζουν «Φραγκοσυριανή».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στον καθρέφτη ήταν στερεωμένος ο Άγιος Χαράλαμπος, προστάτης των φορτηγατζήδων, πλάι σε μία πλακέτα φωτοδιόδων που πληροφορούσε με κόκκινα γράμματα τα αντίθετα κινούμενα αυτοκίνητα, &lt;span style="font-style: italic;"&gt;Κουράγιο:&lt;/span&gt; &lt;span style="font-style: italic;"&gt;Ζωή Είναι, Θα Περάσει&lt;/span&gt;. Στο κάθισμα δίπλα του ήταν ακουμπισμένο το πιο πολύτιμο χαρτί του κόσμου, το τιμολόγιο της φορτωτικής. Το βλέμμα του Χρήστου ήταν τόσο συγκεντρωμένο στην άσπρη γραμμή του δρόμου ώστε δεν πρόσεξε ένα περίεργο θάμπωμα που εμφανίστηκε κάποια στιγμή δίπλα του. Ούτε που κατάλαβε τη λασπερή ομίχλη, σαν παχύρρευστη αμοιβάδα, που απλώθηκε παντού μέσα στην καμπίνα της νταλίκας. Όταν η ομίχλη ακούμπησε το κεφάλι του, αυτός σκεφτόταν μόνο το κρεβάτι του στη Θεσσαλονίκη. Η ομίχλη χάθηκε το ίδιο ξαφνικά όπως εμφανίστηκε, ενώ ο Χρήστος συνέχισε να σκέφτεται...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όπου και να τριγυρίσω&lt;br /&gt;Φοίνικα, Παρακοπή&lt;br /&gt;Γαλισά και Ντελαγκράτσια&lt;br /&gt;Πάντα η «Φραγκοσυριανή».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ίσως αν έκλεινε τα μάτια του για δυο δευτερόλεπτα, δε θα πείραζε και τόσο... Στο κάτω-κάτω, κανένα αυτοκίνητο δεν κυκλοφορεί και σαν να κόπασε κάπως ο άνεμος. Έλα, μωρέ, τι πειράζει να κλείσει λίγο τα μάτια του; Έτσι, για να πάρει δυνάμεις. Να, το φορτηγό πάει μια χαρά μόνο του και τον ξεκουράζει τόσο πολύ να κλείνει τα μάτια του, απλώς να τα κλείνει χωρίς να κοιμάται, για λίγο...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο Πατέλι, στο Νιοχώρι&lt;br /&gt;Κάτω στην Αληθινή&lt;br /&gt;Μου ανάβουν τα λαμπάκια&lt;br /&gt;Με τη «Φραγκοσυριανή».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι μανιασμένες ριπές συνέχισαν να φυσούν στην κοιλάδα των Τεμπών. Ξαφνικά η νταλίκα έχασε κάθε ίχνος αυτοκινησίας και ο άνεμος, το Πρώτο Κινούν, την πέταξε στης Λαρίσης το ποτάμι που το λένε Αχελώο (μετά την εκτροπή). &lt;span style="font-size:130%;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;*  *  *  *  *&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;Στις λεωφόρους του Χάους, μία λασπερή ομίχλη διέσχιζε τα σύνορα των κόσμων. Άμορφη και πρωτοπλασματική, έτρεχε από διάσταση σε διάσταση περνώντας από ενδιάμεσους χωροχρόνους που δεν περιλαμβάνονται σε κανένα κτηματολόγιο. Όσο πλησίαζε τον Υπερβατικό κόσμο, αποκρυσταλλωνόταν βαθμιαία σε κάτι αόριστα ανθρωπόμορφο, σαν παχύρρευστη αμοιβάδα που ανέπτυσσε σπονδυλική στήλη• και για την ακρίβεια, σπονδυλική στήλη μικρού αναστήματος. Ο κόσμος άρχισε να συγκεκριμενοποιείται γύρω, η Υπερβατική Πραγματικότητα παρουσιάστηκε μπροστά της με τη μορφή μίας πόρτας γραφείου, καθώς η σπονδυλωτή αμοιβάδα διαμόρφωνε πόδια και χέρια, ακόμα και γένια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο κοντός τύπος με το μυτερό, περιποιημένο μούσι χτύπησε δύο φορές την πόρτα και μπήκε στο γραφείο: «Εντάξει, αφέντη μου, ο παίκτης αποχώρησε από το show». Πέταξε κάπου το χαρτοφύλακά του και κατάρρευσε σε μία πολυθρόνα αναστενάζοντας. «Ξεθεώθηκα...» μονολόγησε πιάνοντας τα μάτια του. Η πολυθρόνα έτριξε προειδοποιητικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Βρε, καλώς τον!» φώναξε ο ΘτΕ που στεκόταν δίπλα στο παράθυρο και έτρωγε ένα παστέλι. Στο τραπέζι μπροστά του ήταν απλωμένα διάφορα χαρτιά με πράξεις και νούμερα – όχι πολύ μεγάλα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Η αλήθεια είναι, αφέντη Παραγωγέ, ότι αυτά τα πήγαινε-έλα ανάμεσα στις Πραγματικότητες έχουν γίνει κουραστικά», είπε το μούσι τραβώντας τα χέρια από τα μάτια του: μαύροι κύκλοι. «Και ακριβά, ανέβηκαν πάλι τα διόδια. Εννιά υπερβατικά δολάρια, για φαντάσου...» έκανε και τεντώθηκε ολόκληρος. Η πολυθρόνα έτριξε απειλητικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Πέρασέ τα στα έξοδα», είπε κοφτά ο ΘτΕ γεμίζοντας τα χαρτιά  με ψίχουλα. «Πήρες απόδειξη;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Βέβαια, την έχω στο χαρτοφύλακα μαζί με το τιμολόγιο της αποστολής». Το μούσι χαλάρωσε ό,τι κόμπους βρήκε επάνω του, γραβάτα, ρολόι, κορδόνια, ζώνη, έβγαλε τα πόδια του από τα παπούτσια, είδε σε τι κατάσταση ήταν οι κάλτσες του και τα ξανάβαλε μέσα. «Άσε που ο παίκτης δεν ήθελε να αποχωρήσει... Αγωνιζόταν με νύχια και με δόντια να παραμείνει στο show, είδα κι έπαθα να τον διώξω – μα πού έβαλα το χαρτοφύλακα;» έκανε και στριφογύρισε ψάχνοντας. Η πολυθρόνα άφησε ένα τρίξιμο σαν τελεσίγραφο επίθεσης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εμ, γλυκαίνονται από την προβολή και τη δημοσιότητα, και μετά δε φεύγουν», είπε ο ΘτΕ αποτελειώνοντας το παστέλι, «κανείς δεν μπορεί ν’ αντισταθεί στις show business».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Στο τέλος, αναγκάστηκα να επέμβω στο στέλεχος του εγκεφάλου του για να αποκοιμηθεί», κατέληξε το μούσι. «Ξέρεις, μερική υλοποίηση. Δε μου ‘φταναν τα χρήματα να εκδηλωθώ κανονικά στην Ελληνική Πραγματικότητα, όμως έκανα τη δουλειά μου». Έβγαλε ένα πολυτελές δερμάτινο πορτοφόλι, το άνοιξε προσεκτικά και διαπίστωσε ότι το έξω ήταν ακριβότερο από το μέσα. «Λέω να κάνω μια βόλτα στο λογιστήριο, αφέντη μου, φύγαν πολλά λεφτά στο ταξίδι. Θα αφήσω και το τιμολόγιο, αν βρω το χαρτοφύλακα. Αλήθεια, από πότε την έχουμε αυτή την πολυθρόνα;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Προβιβάζεσαι σε Υποδιευθυντή άνευ Χαρτοφυλακίου!» είπε κεφάτα ο ΘτΕ σκουπίζοντας τα χέρια του στο πουκάμισο. «Και μην ασχολείσαι με την πολυθρόνα, είναι πάγιο κεφάλαιο».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Υποδιευθυντής πήγε κάτι να σχολιάσει, όταν ξαφνικά πρόσεξε τη γλάστρα δίπλα στο γραφείο. Ως συνήθως, ήταν σπαρμένη με γόπες φτηνών τσιγάρων. Ως συνήθως, υπήρχε κι ο φίκος που ανταγωνιζόταν με τις γόπες για το λίγο ξερό χώμα, ξεχασμένος από τόσο παλιά που είχε καταντήσει πάγιο κεφάλαιο κι αυτός. Το ασυνήθιστο όμως εκείνη τη μέρα ήταν η δαγκωμένη άκρη ενός πούρου που φύτρωνε ανάμεσα στην υπόλοιπη χλωρίδα της γλάστρας. «Πολυχρονεμένε μου αφέντη, είχες επισκέψεις;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ΘτΕ έμεινε σιωπηλός. Κοίταξε απλώς τα νύχια στο μακρύ του χέρι και σκέφτηκε ότι χρειάζονταν κόψιμο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Θες να πεις», έκανε το μούσι όλο ανησυχία, «ότι συζητάς με κάποιον; Μήπως... για την επιχείρηση;» Είδε τον άλλο να βγάζει ένα νυχοκόπτη από το συρτάρι και συνέχισε: «Ώστε συζητάς! Σκέφτεσαι να την πουλήσεις; Να ‘ναι, άραγε, εκείνο το σχέδιό σου που ακόμα δε μου ‘χεις πει;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το νύχι που κόπηκε έβγαλε έναν πάταγο σαν ντουφεκιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Κι εγώ θα μείνω στο δρόμο, αφέντη μου; Τι θ’ απογίνω;...» Ακόμα ένα νύχι κόπηκε. «Πώς θα ταΐσω τα τρία μου παιδάκια – όχι, τέσσερα είναι, όλο το ξεχνάω το τέταρτο, μοιάζει της μάνας του – πώς θα φέρνω μεροκάματο στο σπίτι;» Δύο απανωτά κοψίματα νυχιών. «Κι η γυναίκα μου, αφέντη, περιμένει κι άλλο παιδί! Αν απολυθώ, είμαστε χαμένοι! Θα το ‘χεις στη συνείδησή σου που έδωσες την επιχείρηση και ξεκληρίστηκε μία επταμελής οικογένεια – οκταμελής, αν είναι δίδυμα...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ΘτΕ έκοψε τα υπόλοιπα νύχια του με τέτοιο ρυθμό που οι κρότοι ακούστηκαν ταυτόχρονα. Στο τέλος, άφησε το νυχοκόπτη χαμογελώντας: «Ποιος σου είπε, βρε αχαΐρευτε, ότι θα μείνεις στο δρόμο! Μπορώ εγώ χωρίς εσένα, λείπει ο Μάρτης απ’ τη Σαρακοστή; Έννοια σου, το σχέδιό μου είναι μελετημένο για να πιάσουμε την καλή κι οι δυο μας! Θα φάμε, θα πιούμε–».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ωχ, πάλι νηστικοί θα κοιμηθούμε...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Το άκουσα αυτό. Έλα να σου δείξω, παλιογρουσούζη, και θα καταλάβεις», είπε ο ΘτΕ και πήγε προς την πόρτα του γραφείου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Να ‘ρθω, αφέντη μου, αλλά φοβάμαι ότι– &lt;span style="font-style: italic;"&gt;αμάν!&lt;/span&gt;» Η πολυθρόνα διαλύθηκε μ’ ένα τελειωτικό ‘κρακ’ και το μούσι βρέθηκε στο πάτωμα. Σηκώθηκε με κόπο πιάνοντας τη μέση του, τουλάχιστον όμως ανακάλυψε ότι έγινε Υποδιευθυντής επί Χαρτοφυλακίου: όλη αυτή την ώρα καθόταν πάνω του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ρε, μη μου καταστρέφεις το πάγιο κεφάλαιο», έκανε ο ΘτΕ καθώς έβγαινε στο διάδρομο. «Άντε, πάμε στο control room. Να τι παθαίνεις για να ‘σαι γρουσούζης».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το ασανσέρ είχε τη συνήθη βλάβη του οπότε κατέβηκαν από τις σκάλες, ο ΘτΕ μπροστά να βαδίζει καμπουριαστά και το μούσι να ακολουθεί κακήν-κακώς. Έφτασαν κάτω στο υπόγειο όπου και σταμάτησαν μπροστά σε μία μεταλλική πόρτα με επιγραφή: &lt;span style="font-style: italic;"&gt;Control Room – Απαγορεύεται η Είσοδος σε Ανηλίκους&lt;/span&gt;. Ο φύλακας απ’ έξω έκανε μία βαθιά υπόκλιση μόλις τους είδε, κατόπιν σηκώθηκε γκρινιάζοντας και βρίζοντας, δέχτηκε όμως να τους ανοίξει όταν ο ΘτΕ τού υποσχέθηκε ότι θα πληρωθεί «σύντομα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν μία πραγματικά μεγάλη αίθουσα. Στην Υπερβατική Εφορία είχε δηλωθεί ως ‘αποθηκευτικός χώρος’, το ανθρώπινο μάτι όμως θα αλληθώριζε μπροστά στην αίσθηση βάθους που έδιναν οι ατέλειωτες σειρές με τις κονσόλες, και θα στράβιζε καθώς θα προσπαθούσε να εστιάσει στα αμέτρητα καμαράκια με τους τεχνικούς ήχου &amp;amp; εικόνας. Το γεγονός ότι όλος αυτός ο εξοπλισμός χωρούσε σ’ ένα υπόγειο μόλις εξήντα δηλωμένων τετραγωνικών, δεν είχε να κάνει με την ανικανότητα του ανθρώπινου νου να αντιλαμβάνεται απειροδιάστατους χώρους αλλά με το γενεσιουργό δυναμικό που διαθέτει μία δήλωση εφορίας σε κάθε Πραγματικότητα συναφή της Ελληνικής. Μόλις μπήκαν τα αφεντικά τους, όλοι οι υπάλληλοι στάθηκαν προσοχή. «Δώστε μας πλάνο απ’ το καινούργιο σκηνικό», διέταξε ο ΘτΕ «και φέρτε καφέ. Όχι απ’ αυτόν που πίνει το προσωπικό».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τους οδήγησαν σε ένα απομονωμένο γραφείο και κάποιος άφησε μπροστά τους δύο κούπες. Ο ΘτΕ άραξε σ’ ένα κάθισμα και πήρε τη μία. «Λοιπόν, δώσε βάση: έχουμε αυτούς τους πέντε ανόητους στο διάστημα που ανεβάζουν την τηλεθέαση και μαζεύουμε κάποια λεφτά».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μάλιστα, 22,7% στην τελευταία μέτρηση» είπε το μούσι από το διπλανό κάθισμα, κοιτώντας θλιβερά το χαρτοφύλακά του που είχε αποκτήσει ένα ελλειψοειδές βούλιαγμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Δεν το ξέρεις, δεν το ‘πα σε κανέναν, όμως πριν οκτώ χρονάκια έκανα μερικές επισκέψεις στην Ελληνική Πραγματικότητα. Χάλια είναι».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Η Ελληνική Πραγματικότητα;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Όχι, αυτός ο καφές. Θα ‘θελα να ‘ξερα τι πίνει το προσωπικό. Πού είχα μείνει; Α ναι, μαγείρεψα κάποια πραγματάκια, που λες, για να γίνει αυτό το διαστημικό show – τίποτα το ιδιαίτερο, κανόνισα να στραφεί το Κέπλερ σ’ ένα συγκεκριμένο αστέρι με έναν συγκεκριμένο πλανήτη και προκάλεσα μια κατολίσθηση στην Αγία Σωτήρα Γρεβενών. Με παρακολουθείς;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μάλιστα, αφέντη μου. Και τι το σπουδαίο υπάρχει σ’ αυτόν τον πλανήτη;» ρώτησε το μούσι βγάζοντας το τιμολόγιο από το χαρτοφύλακά του. Είδε ότι κι αυτό είχε αποκτήσει το ίδιο ελλειψοειδές βούλιαγμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Θα σου πω κάτι και να το θυμάσαι: βρήκα λαυράκι! Άκου, μιλάμε για μια δυναμική επιχείρηση με πολλά λεφτά που επενδύει αποκλειστικά σε Ελληνικές Πραγματικότητες. Θέλει λοιπόν να επεκταθεί για να αποκτήσει ελληνικό μονοπώλιο. Το ‘πιασες;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Νομίζω, αφέντη μου. Όμως η γλώσσα σου έχει γίνει μαύρη».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τι;... Μπα, δίκιο έχεις, μαύρη είναι. Κάποιο κάθαρμα έριξε μελάνι στον καφέ. &lt;span style="font-style: italic;"&gt;Πάμε για μείωση προσωπικού απόψε!&lt;/span&gt;» φώναξε μέσα στην αίθουσα. «Τέλος πάντων, δε βαριέσαι. Αυτοί οι πέντε είναι όλα τα λεφτά –ωκυριολεκτικά! Όμως, ας τους ρίξουμε μια ματιά».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πάτησε μερικά κουμπιά στην κονσόλα. Το μόνιτορ άναψε, τα μεγάφωνα έβγαλαν έναν θόρυβο όλο ηλεκτρικά παράσιτα και ο ΘτΕ με τον Υποδιευθυντή του είδαν τη σκηνή στη γέφυρα του &lt;span style="font-style: italic;"&gt;Οδυσσέα&lt;/span&gt;: η Κάτια να κάθεται σ’ ένα κάθισμα και να κλαίει, ο Γιάννης να κοιμάται δίπλα της, η Ρούλα να βαδίζει εξοργισμένη, ο Μίλτος να κοιτάζει τη Ρούλα. Η αστρική οθόνη του Κίνζι είχε τελείως άγνωστους αστερισμούς, ενώ από κάτω έγραφε: &lt;span style="font-style: italic;"&gt;Στην πατρίδα μου / Για κάτι τέτοια / Κάνουν χαρακίρι&lt;/span&gt;. Ο ήχος ήρθε τη στιγμή ακριβώς που η Ρούλα τσίριζε: «...κι εσύ και οι εμπνεύσεις σου, μωρή πλύστρα, κατινάρα, μας πήρες στο λαιμό σου...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Αυτοί οι βλάκες κατάφεραν και βγήκαν απ’ το Γαλαξία!» φώναξε πανικόβλητος ο ΘτΕ, χύνοντας τον καφέ. «Πάει το σχέδιό μου! Χάθηκα...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;span style="font-weight: bold;"&gt;(συνεχίζεται &lt;a href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/vi.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;)&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7531026387033976388-8617399746898577937?l=greeksinspace.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://greeksinspace.blogspot.com/feeds/8617399746898577937/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7531026387033976388&amp;postID=8617399746898577937' title='4 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/8617399746898577937'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/8617399746898577937'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/vii-show-business.html' title='VI. Show Business'/><author><name>Elias</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15006996975439612683</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp3.blogger.com/_YHNOnzheP1M/SAyKkrFT8jI/AAAAAAAAAQ4/UJOUxl5gWug/S220/arizona.jpg'/></author><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7531026387033976388.post-3168421132741166383</id><published>2008-06-28T14:26:00.000-07:00</published><updated>2009-08-09T23:54:37.665-07:00</updated><title type='text'>V. Διαγαλαξιακό Μπάσκετ</title><content type='html'>&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;(συνέχεια από &lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;&lt;a href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/iv.html"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;εδώ&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/a&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;)&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Να πάρω μερικές λευκές σελίδες απ’ το ημερολόγιό σου;» ρώτησε ο Χάρης την Κάτια στην καμπίνα τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Γιατί, τι τις θες;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Να, τίποτα σπουδαίο, έτσι για να γράψω κι εγώ κάτι. Είναι τόσο μεγάλο, εξάλλου, πώς θα το γεμίσεις;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Θες να φτιάξεις τράπουλα, ε;» Η Κάτια τον κοίταξε μ’ αυτό το βλέμμα που έλεγε: &lt;em&gt;Για Κάνε Πως Απορείς Και Θα Καταλάβω Ότι Αυτό Είχες Στο Μυαλό Σου&lt;/em&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μα όχι, τι λες τώρα!» απόρησε ο Χάρης. «Όχι, σου δίνω το λόγο μου». Αυτό το τελευταίο ήταν λάθος, όμως το σκέφτηκε πολύ αργά: ο Χάρης έδινε το λόγο του μόνο όταν δεν είχε επιχειρήματα• και η Κάτια το ήξερε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στην καμπίνα πλάκωσε μία δυσάρεστη ατμόσφαιρα που ο Χάρης είχε ξαναζήσει συχνά. Συνήθως ακολουθούσαν ξεσπάσματα και φωνές, εντάσεως πολλών βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ. Πολύ περισσότερων απ’ όσους μπορούσε ν’ αντέξει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Σε βαρέθηκα πια!&lt;/em&gt;» ήρθε η έκρηξη της Κάτιας με την ισχύ ενός τσουνάμι. «Κι εσένα και τα χαρτιά σου και όλα! Όλα!» Έκανε μία παύση να πάρει ανάσα. «Βαρέθηκα την ίδια τη ζωή μου εδώ μέσα...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Θα φτάσουμε σύντομα, κάνε υπομονή» την παρηγόρησε ο Χάρης, ενώ σκεφτόταν τραπουλόχαρτα που συνδυάζονταν μεταξύ τους σε ζευγάρια και καρέ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«...αυτόν τον κόπανο, τον Γιάννη, που τον τρώω στη μάπα κάθε μέρα στο πιλοτήριο...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ναι, άμα μιλάει για μπάσκετ, δε σταματάει» είπε με κατανόηση ο Χάρης καθώς προσπαθούσε να θυμηθεί αν το φουλ του οκτώ με άσους ή το φουλ του άσου με οκτάρια είναι το χαρτί του θανάτου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«...και το χειρότερο απ’ όλα ξέρεις ποιο είναι;» φώναξε η Κάτια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ποιο;» Το φουλ του άσου με οκτάρια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Οι σκατοσυνθετικές τροφές!» τσίριξε η Κάτια. «Τις σιχάθηκα!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μη φωνάζεις, θα μας ακούσουν».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Σκασίλα μου! Αν ξαναφάω αυτά τα ξεράσματα, θα τρελαθώ!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Σε λίγες μέρες θα 'χουμε σταφύλια. Σε παρακαλώ, ηρέμησε».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Σιγά μην είναι σταφύλια!» ούρλιαξε η Κάτια. «Συνθετικά, άγευστα ξεράσματα... Χίλιες φορές μετάνιωσα που προσλήφθηκα στο Δημόσιο κι ήρθα σ’ αυτό το κωλοταξίδι!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Κάτια, ηρέμησε, κορίτσι μου. Μας βλέπει κόσμος. Πιες λίγο νερό».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Δε γουστάρω να πίνω ανακυκλωμένα κάτουρα! Μπορεί να ‘ναι δικά σου ή αυτουνού του Γιάννη. Δε σας θέλω μέσ’ στο σώμα μου και μέσ’ στη ζωή μου... δεν τη θέλω τέτοια ζωή...» είπε και ξέσπασε σε κλάματα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ε, μην τη θες», ήταν το μόνο που βρήκε να πει ο Χάρης. «Κατέβα στην άλλη στάση και γύρνα σπίτι σου». Ξεφύσηξε θυμωμένος και της γύρισε την πλάτη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα συνέχισε να κλαίει χωρίς να λέει τίποτα και ο Χάρης έμεινε με τις σκέψεις του. Το έργο το είχε ξαναδεί: στην αρχή η Κάτια είναι ενοχλημένη από κάτι, χωρίς να λέει από τι• κατόπιν βγάζει φωτιές και ουρλιάζει, τα μαλλιά της γίνονται φίδια και το βλέμμα της πετάει μαχαίρια• στο τέλος καταρρέει κλαίγοντας. Τότε μεταμορφώνεται στη γλυκιά Κάτια: έρχεται και ζητάει συγνώμη, δεν τολμάει να τον κοιτάξει στα μάτια, λέει ότι κατά βάθος τον αγαπάει. Αυτός τότε της λέει ότι δεν τρέχει τίποτα, το ξέρει ότι τον αγαπάει, και βυθίζονται σε ένα βαρετό σεξουαλικό όργιο για να γιορτάσουν τη συμφιλίωσή τους. Ο ίδιος την έβρισκε κουραστική όλη αυτή την τελετουργία, πολύ κακό για το τίποτα. Θα ήθελε το σεξ να έβγαινε συμπυκνωμένο σε χάπια. Δε θα ‘ταν κι άσχημα επίσης να έβγαινε κι η Κάτια συμπυκνωμένη σε χάπια• να εξατμίζονταν όλες οι υστερίες και οι εμμονές της, για να απομείνουν μόνο τα λίγα γραμμάρια καθαρής κατιοσύνης. Τι ήρεμος και ανθρώπινος θα ήταν ο γάμος τους, αν μπορούσε να την καταπιεί σε λίγα δευτερόλεπτα με ένα ποτήρι νερό!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άσε που δε θα του πετούσε και τις τράπουλες, όπως τότε που τον τσάκωσε να ρίχνει πασέντζες –σιγά το έγκλημα, πια...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Δε μου λες, διάβασες το ημερολόγιό μου;» είπε ξαφνικά η Κάτια σκουπίζοντας τα μάτια της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Όχι!» έκανε αυτός έντρομος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Σίγουρα;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ούτε που το άνοιξα, σου δίνω το λόγο μου!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Καλά, δεν πειράζει. Αλήθεια. Δεν έχω μυστικά», απάντησε αυτή με ήρεμο τόνο. «Είδες μήπως εκεί που γράφω: &lt;em&gt;μα τι του βρήκα αυτουνού του βλάκα και τον παντρεύτηκα;&lt;/em&gt;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ο... όχι, δεν το είδα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μου δίνεις το λόγο σου; Θες να ‘στο δείξω τώρα;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τον έσωσε ο συναγερμός. Ξαφνικά τα φώτα στην οροφή έγιναν κόκκινα και άρχισαν ν’ αναβοσβήνουν, ενώ μία άχρωμη ρομποτική φωνή από τα μεγάφωνα έψελνε συλλαβιστά: &lt;em&gt;Βλά-βη&lt;/em&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τρέχα γρήγορα!» φώναξε η Κάτια, ενώ τιναζόταν όρθια. «Κουνήσου!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Χάρης έτρεξε για το πόστο του στον κινητήρα, ενώ η Κάτια έφυγε προς την αντίθετη κατεύθυνση για τη γέφυρα. Μπήκε μέσα και βρήκε τον Γιάννη που είχε βάρδια. «Πορεία;» τον ρώτησε και κάθισε στη θέση δίπλα του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Γιάννης πάτησε τα κουμπιά που ενεργοποιούσαν τον υπολογιστή του σκάφους. «Κίνζι, αστρικός χάρτης!» είπε δυνατά για να κρύψει ένα χασμουρητό. Στην οθόνη μπροστά του εμφανίστηκε ένα σύννεφο από γαλάζιες κουκίδες διάσπαρτες σε ομάδες και αστερισμούς, ενώ ένα κινούμενο σημείο μέσα στο σύννεφο έλαμψε άσπρο υποδεικνύοντας τη θέση του &lt;em&gt;Οδυσσέα&lt;/em&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Δύο τρισεκατομμύρια χιλιόμετρα έξω από τη ρότα / Ασήμαντος αριθμός σ’ ένα τόσο μεγάλο Σύμπαν / Όλα είναι σχετικά», πληροφόρησε ο Κίνζι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τι τρέχει, γιατί ξεφύγαμε;» ρώτησε τον υπολογιστή η Κάτια. «Κάνε έναν έλεγχο σε όλα τα συστήματα του σκάφους».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο υπολογιστής στρώθηκε στη δουλειά και μετά από λίγο απάντησε: «Μία κακή επαφή; / Ένα χαλασμένο εξάρτημα; / Ο κινητήρας δεν αποκρίνεται».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Έχουμε, εμμμ, γαμώ τις ταχύτητες... Ουάου!» έκανε ο Γιάννης συνειδητοποιώντας το νούμερο της ψηφιακής ένδειξης μπροστά του. «Αν δε δουλέψει ο κινητήρας γρήγορα, θα βγούμε απ’ το χάρτη. Πολλές αστρονομικές μονάδες έξω... Θα χαθούμε». Βλαστήμησε από μέσα του την ώρα και τη στιγμή που βρήκε ο κινητήρας να χαλάσει. Τόσες φορές είχε αποκοιμηθεί στη βάρδια του παλιότερα και δεν είχε γίνει τίποτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Κίνζι!» φώναξε η Κάτια, «πόση ώρα έχουμε μέχρι να βγούμε απ’ το χάρτη;» Ένα παρόμοιο σύννεφο γαλάζιων κουκίδων εμφανίστηκε στη δική της οθόνη, με το σημείο του &lt;em&gt;Οδυσσέα&lt;/em&gt; τώρα να βρίσκεται ακόμα πιο κοντά στην άκρη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εκατόν τριάντα δευτερόλεπτα, ούτε ένα παραπάνω / Μεγάλος αριθμός για τέτοιες ταχύτητες / Ο χρόνος είναι χρήμα» δήλωσε ο υπολογιστής, ενώ την ίδια στιγμή ακούστηκε η φωνή του Χάρη από τα μεγάφωνα:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εδώ κινητήρας. Ζημιά σε κύκλωμα. Εκτίμηση χρόνου επιδιόρθωσης: έξι λεπτά».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι δύο αστροναύτες έβλεπαν το σημείο του &lt;em&gt;Οδυσσέα&lt;/em&gt; να πλησιάζει όλο και περισσότερο στα σύνορα του αγνώστου πέρα από το χάρτη. Η Κάτια έλπιζε να σκεφτεί κάτι ο Γιάννης, ο οποίος έλπιζε το ίδιο ακριβώς από αυτήν. Τελικά, ήταν η κοπέλα που πρότεινε: «Να κάνουμε μια πλάγια ώθηση για να έρθουμε στη ρότα μας».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Καλά, επικοινωνείς; Με τέτοια ταχύτητα; Θα βγούμε απ’ το Γαλαξία!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Έχεις καμιά καλύτερη ιδέα;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Όχι».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Έχεις καμιά άλλη ιδέα, έτσι γενικά;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ε... όχι».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Είχες ποτέ στη ζωή σου ιδέες, για να ξέρεις περί τίνος πρόκειται;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Για να σου πω –».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Δεθείτε όλοι!» φώναξε η Κάτια στο μικρόφωνο του σκάφους. «Πλάγια ώθηση σε είκοσι δευτερόλεπτα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Κάτια, γλυκιά μου, δε νομίζω ότι είναι, εεε… φρόνιμο αυτό».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Δε σε βλέπω να δένεις τις ζώνες σου».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Θα είναι σαν να χτυπάει η μπάλα στο στεφάνι. Και γαμώ τις γκέλες, σου λέω».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Κίνζι», διέταξε η Κάτια, «θα δώσεις μια μικρή πλάγια ώθηση να μπούμε πάλι στη ρότα. Θα αναλάβεις το πιλοτάρισμα μέχρι να συνέρθουμε. Κοίτα μη μας ρίξεις σε καμιά μαύρη τρύπα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ακούω και υπακούω / Γι’ αυτό κατασκευάστηκα / Ξέρω το ρόλο μου».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μπορεί ακόμα και να πεταχτεί έξω απ’ το γήπεδο. Φοβάμαι ότι –».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Σκάσε!» του φώναξε η Κάτια. «Δέσου!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μα τι έχεις πάθει σήμερα, γαμώ το κέρατό μου;...» γκρίνιαξε ο Γιάννης καθώς έδενε τις ζώνες του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λίγα δευτερόλεπτα μετά, ο υπολογιστής εκτέλεσε τις διαταγές. Και έδωσε μία μικρή πλάγια ώθηση στο σκάφος...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο &lt;em&gt;Οδυσσέας&lt;/em&gt; εκσφενδονίστηκε στο σύμπαν με αντίδραση δυσανάλογα μεγάλη του ερεθίσματος, σαν κορυφαίος Γάλλος σεφ που ακούει τη λέξη ‘Μακντόναλτς’. Από καθαρή τύχη και μόνο δεν έπεσε σε κάποιο άστρο, ενώ όλοι οι αστροναύτες έχασαν τις αισθήσεις τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πρώτη συνήρθε η Ρούλα στο θερμοκήπιο, νιώθοντας σαν να είχε περάσει από πάνω της μία επιλαρχία τεθωρακισμένων. Τι είχε συμβεί; Θυμήθηκε το σκοτάδι. Προσπάθησε να πάει λίγο πιο πίσω. Θυμήθηκε το φοβερό τράνταγμα και πήγε ακόμα πιο πίσω. Θυμήθηκε τον Μίλτο να καπνίζει ξαπλωμένος και κατάλαβε ότι πήγε πολύ πίσω. Θυμήθηκε μία πανικοβλημένη σκέψη: &lt;em&gt;Μα θα βγούμε απ’ το Γαλαξία!...&lt;/em&gt; Γιατί το είχε σκεφτεί αυτό; Θυμήθηκε την εντολή της Κάτιας από τα μεγάφωνα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λύθηκε γρήγορα και άρχισε να τρέχει προς τη γέφυρα. Μπήκε μέσα τη στιγμή που η Κάτια άνοιγε τα μάτια της και ρωτούσε αδύναμα: «Τι έγινε;...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Πλάγια ώθηση. Καλά, δε θυμάσαι;» της απάντησε η Ρούλα βοηθώντας τη να λυθεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Σοβαρά; Πού βρισκόμαστε; Ωχ, το κεφάλι μου...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Αλήθεια, ρε συ, πού;» είπε και η Ρούλα. Ο αστρικός χάρτης μπροστά της έδειχνε τελείως διαφορετικούς αστερισμούς από αυτούς που ήξεραν τον τελευταίο καιρό οι δύο κοπέλες. Η άσπρη κουκίδα του &lt;em&gt;Οδυσσέα&lt;/em&gt; αναβόσβηνε μέσα τους σαν χαμένη Χιονάτη στο μεγάλο δάσος.&lt;br /&gt;Μετά από λίγο μπήκε κι ο Μίλτος στη γέφυρα, μ’ ένα ύφος που δε σήκωνε αστεία. «Όλα καλά;» γρύλισε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είδε τις άλλες να πατάνε έξαλλες κουμπιά στην κονσόλα και να φωνάζουν στον υπολογιστή πανικοβλημένες. Η Κάτια γύρισε προς το μέρος του: «Φοβάμαι ότι χαθήκαμε... Ο Κίνζι δεν έχει ιδέα πού είμαστε».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι αστροναύτες κοιτάχτηκαν μέσα σε μία παγωμένη σιωπή. Η Κάτια θυμήθηκε το σπίτι της στη Γη και αναρωτήθηκε αν ποτίζει κάποιος τη γαρδένια της. Ο Μίλτος αναρωτήθηκε αν ήρθε η στιγμή να πραγματοποιηθούν τα όνειρά του με τους ακατοίκητους πλανήτες και τα πολλά παιδιά. Η Ρούλα ευχόταν να υπήρχε ένας πραγματικός άντρας να πάρει την κατάσταση στα χέρια του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Παιδιά, την έφτιαξα τη βλάβη. Μπορούμε να συνεχίσουμε κανονικά!» ακούστηκε η φωνή του Χάρη από τα μεγάφωνα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Γιάννης κοιμόταν ακόμα στη θέση του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;(συνεχίζεται &lt;a href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/vii-show-business.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;)&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; &lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7531026387033976388-3168421132741166383?l=greeksinspace.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://greeksinspace.blogspot.com/feeds/3168421132741166383/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7531026387033976388&amp;postID=3168421132741166383' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/3168421132741166383'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/3168421132741166383'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/v.html' title='V. Διαγαλαξιακό Μπάσκετ'/><author><name>Elias</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15006996975439612683</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp3.blogger.com/_YHNOnzheP1M/SAyKkrFT8jI/AAAAAAAAAQ4/UJOUxl5gWug/S220/arizona.jpg'/></author><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7531026387033976388.post-8857494064733645850</id><published>2008-06-27T14:24:00.000-07:00</published><updated>2009-08-05T23:02:54.113-07:00</updated><title type='text'>IV. Σαν Βγεις στον Πηγαιμό για το Έψιλον του Ηριδανού</title><content type='html'>&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;Περίληψη &lt;a href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/blog-post_18.html"&gt;προηγουμένων&lt;/a&gt;:&lt;br /&gt;Εν αρχή ην το Χάος. Μετά έγινε η &lt;em&gt;ΕΛΛΑΔΑ Α.Ε.&lt;/em&gt;, ένα reality show που γνώρισε εποχές μεγάλης τηλεθέασης, τώρα όμως είναι εκτός μόδας. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο Παραγωγός του μοιάζει κάτι να σκαρώνει... Εντωμεταξύ, είχαμε αφήσει πέντε ανθρώπους (δύο άντρες, δύο γυναίκες, και τον Μίλτο) καθοδόν για το Έψιλον του Ηριδανού.&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;Πέρασε ένας μήνας από την απογείωση, ο Οδυσσέας βγήκε στο διαστρικό χώρο και ανέπτυξε ταχύτητα μεγαλύτερη του φωτός, η πλοήγηση του σκάφους αποδείχθηκε παιχνιδάκι με το εγχειρίδιο οδηγιών και τις ιαπωνικές πολιτιστικές συνιστώσες του Κίνζι, η συγκατοίκηση στο διαστημόπλοιο ρυθμίστηκε ομαλά, οι εργασίες μοιράστηκαν στα πέντε μέλη της αποστολής, τα προβλήματα βρήκαν εύκολα τη λύση τους. Αυτή είναι και η ουσία από όλα τα παρακάτω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Πω πω αχούρι! Χαχαχα! Μα πόσο επαρχία είσαι, ρε!» έκανε η Ρούλα μπαίνοντας στη μισοσκότεινη καμπίνα του Μίλτου. Έκλεισε την πόρτα της ντουλάπας, περπάτησε ανάμεσα από πεταμένα συρτάρια, εσώρουχα και στολές, έπεσε πάνω στο τραπέζι, «άουτς!», και τελικά έφτασε στο στρώμα που κοιμόταν ο Μίλτος. «Σήκω! Είναι οκτώ η ώρα!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το κουκουλωμένο σώμα παρέμεινε ακίνητο σαν πεθαμένο, θα μπορούσε να πιστέψει κανείς ότι οι κουβέρτες ήταν παραγεμισμένες με μαξιλάρια. «Τσιγάρο...» ακούστηκε μια φωνή κάτω από τα σκεπάσματα, χωρίς να τα κάνει να κινηθούν στο ελάχιστο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Δεν έχει. Σήκω μη σου φέρω το συρτάρι στο κεφάλι, λέμε!» Η Ρούλα συμπαθούσε πολύ τον Μίλτο, αρκεί να μην τον έβλεπε μπροστά της. Όταν ήταν μαζί του, κάτι που γινόταν καθημερινά αφού δούλευαν μαζί στο θερμοκήπιο του σκάφους, ένιωθε γι’ αυτόν ό,τι και η Κοκκινοσκουφίτσα για τις Οργανώσεις Προστασίας Λύκων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένα χέρι ξεπρόβαλλε κάτω από την κουβέρτα, σαν χταπόδι που βγάζει ένα εξερευνητικό πλοκάμι από τη φωλιά του. Ψαχούλεψε στα τυφλά, ανέβηκε στο τραπέζι, έριξε ένα γεμάτο τασάκι, απέτυχε να πιάσει τον αναπτήρα και τα τσιγάρα, πέτυχε να πιάσει τα γόνατα της Ρούλας και, μόλις έφαγε την ξυλιά του, γύρισε πάλι στο τραπέζι. Η Ρούλα πήρε τα αντικείμενα του πόθου και τα έβαλε στο χέρι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το χταπόδι τράβηξε τη λεία του κάτω από τα σκεπάσματα. Ακούστηκε ο ήχος αναπτήρα και λίγο μετά ξεπρόβαλλε ένα κεφάλι βγάζοντας δαχτυλίδια καπνού. «Αχχχ!...» έκανε ο Μίλτος τεντώνοντας τα χέρια του, σαν Εσταυρωμένος με τσιγάρο. Ανακάθισε στο κρεβάτι και κάρφωσε τα μάτια του στη μισοσκότεινη φιγούρα της Ρούλας• ο μέσα Μίλτος, ο ανεκδήλωτος δυναμικός εαυτός του, την κοίταζε κι αυτός με μάτια ακτίνων-Χ. «Ξάπλωσε δίπλα μου».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Άντε κάνε καμιά τούμπα! Ούτε στα πιο τρελά σου όνειρα, λέμε».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Στα πιο τρελά μου όνειρα ναυαγούμε σ’ έναν πλανήτη και κάνουμε πολλά παιδιά», είπε με νοσταλγία ο Μίλτος. «Πολύ όμορφη είσαι έτσι όπως φωσφορίζεις στο μισοσκόταδο».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Το ‘χεις ξαναπεί αυτό. Στο θερμοκήπιο, όταν έσβησες τα φώτα κι έπεσες πάνω μου ‘τυχαία’. Επαναλαμβάνεσαι». Του γύρισε την πλάτη και προσπάθησε να διακρίνει τους διακόπτες στην καμπίνα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Είναι γιατί δεν έχεις λάβει το μήνυμα» σχολίασε ο Μίλτος, καθώς το βλέμμα του ταξίδευε στην πλάτη της κοπέλας που κύρτωνε με τη χάρη ενός κλειδιού του σολ. «Επαναλαμβάνομαι για να σου δώσω να καταλάβ– &lt;em&gt;Όχι!&lt;/em&gt; Μην ανάβεις το φως!» Πολύ αργά, η Ρούλα πάτησε το διακόπτη και το άναψε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κοίταξε γύρω της και για μια στιγμή ξέχασε ότι βρισκόταν σε διαστημόπλοιο. Όλη η καμπίνα ήταν γεμάτη χνούδια και το πάτωμα είχε σχεδόν εξαφανιστεί από τη σκόνη• έμοιαζε με εικόνα από ορυχείο, όταν οι εργάτες βρίσκουν μετάλλευμα κάτω από το χώμα. Μόνο τα πεταμένα εσώρουχα εδώ και κει θύμιζαν αντρική καμπίνα. Αυτά τα εσώρουχα που ο Μίλτος έψαχνε να βρει καθώς είχε ήδη βγει από τις κουβέρτες, γυμνός.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Ρούλα τον κοίταξε. Ο Μίλτος την κοίταξε. Όταν βεβαιώθηκε πως είναι ακόμα ζωντανός, άρχισε να ντύνεται με χαλαρές κινήσεις σφυρίζοντας αδιάφορα τον ύμνο της Μεταφυσικής Αριστεράς. «Και, δηλαδή, ποιο είναι το μήνυμα;» είπε η Ρούλα, με το χαρακτηριστικό τόνο που παίρνει η φωνή όταν βγαίνει από στόμα που μισοχαμογελάει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Μεταφυσική Αριστερά ήταν η τελευταία ιδεολογική εξέλιξη στον προβληματισμένο κόσμο. Οι θεωρητικοί της συνέθεσαν το ρόλο της αριστεράς με την οικολογία, την αστρολογία, το Φενγκ-Σούι και το γυμνισμό, καταλήγοντας σ’ αυτήν τη νέα τάση που σύντομα απορρόφησε όλα τα παραδοσιακά προοδευτικά κόμματα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι βασικές γραμμές της ορίστηκαν στην Πρώτη Μεταφυσική Διεθνή: υιοθετήθηκε η κλασική θέση απέναντι στα μέσα παραγωγής και την ιδιοκτησία τους, με την επισήμανση ότι η πλουτοκρατία καρπώνεται την υπεραξία των προλεταρίων, υποβαθμίζει το επίπεδο ζωής τους λανσάροντας καταναλωτικά πρότυπα αρνητικών δονήσεων, και απομυζεί την πράνα τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όμως το συλλογικό κάρμα της ανθρωπότητας θα φέρει στο μέλλον έναν ηγέτη, όταν οι ιστορικές συνθήκες θα είναι κατάλληλες και τα άστρα θα βρίσκονται στη σωστή τους θέση, που θα οδηγήσει τις εξεγερμένες μάζες σε μια μεγάλη μη-βίαιη επανάσταση μέσα από διαλογισμό και ακτιβιστικές ενέργειες διαμαρτυρίας (ορισμένοι μάλιστα απορρίπτουν τις ακτιβιστικές ενέργειες, όμως αυτοί ανήκουν στο πιο ριζοσπαστικό κομμάτι της ΜΑ, τους Πιονιέρους της Ουράνιας Σοσιαλιστικής Ιερουσαλήμ, που αποσχίστηκε κατά την Τρίτη Μεταφυσική Διεθνή). Τότε η ανθρωπότητα, ελεύθερη και γυμνή, θα οργανωθεί σε κομμουνιστικά σοβιέτ οργανικής καλλιέργειας και, με σεβασμό στη φύση, θα κατακτήσει την αταξική Νιρβάνα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι θεωρητικοί δε διευκρινίζουν πότε θα γίνει η επανάσταση, έχουν όμως προβλέψει ότι ο ηγέτης θα είναι Ταύρος στο ζώδιο, όπως και ο Μαρξ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ποιο είπες ότι είναι το μήνυμα;» ξαναρώτησε η Ρούλα με ένα αγαθό ύφος υπέρτατης απορίας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Μίλτος κούμπωσε τη στολή του και προσπάθησε να την αγνοήσει επιδεικτικά. Φυσικά, απέτυχε: «Μωρό μου, όλο αυτό τον καιρό με θαυμάζεις, παρόλο που εκδηλώνεις την έλξη σου με θυμό. Το ξέρεις και το ξέρω –όπως το ξέρουν και όλοι αυτοί που μας παρακολουθούν», έδειξε τις μικροκάμερες στη στολή του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Το άνετο υφάκι σου άστο γι’ αλλού, δεν περνάει».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Πολεμάς τον εαυτό σου γιατί δε θες να το παραδεχτείς».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Άντε καλά, πάμε στο θερμοκήπιο».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Κοίτα, αν κάποτε ξεπεράσεις αυτό το ρόλο της σεξουαλικά απελευθερωμένης που σε εγκλωβίζει, ίσως γίνεις κατάλληλη για μύηση στη ΜΑ».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Σήμερα έχουμε αφυδάτωση καρπών, σύνθεση υδατανθράκων και ανακύκλωση ούρων», απάντησε η Ρούλα. «Αυτό το τελευταίο θα το αναλάβεις εσύ. Δε βάζω εγώ τα χέρια μου σ’ εκείνα τα σωληνάκια, λέμε».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Μεταφυσικός Αριστερός αναστέναξε και κούνησε το κεφάλι του, ενώ ο μέσα Μίλτος αποτραβιόταν σε ανεκδήλωτα εσωτερικά βάθη για να κάνει την αυτοκριτική του: η κοπέλα δεν άξιζε όλη αυτή την απλοχεριά σώματος που της είχε δοθεί, τελεία και παύλα. Μετά την επανάσταση, ο Θεός σίγουρα θα καταλάβαινε το λάθος του και όλες αυτές τις κλώσες στυλ Ρούλας θα τις έφτιαχνε χοντρές και ανοργασμικιές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έκλεισε την πόρτα της καμπίνας και βγήκε στο διάδρομο για το θερμοκήπιο με τη Ρούλα πίσω του να σχολιάζει: «Καλά ε, δε φανταζόμουν ποτέ ότι υπάρχει τόση σκόνη μέσα σ’ ένα διαστημόπλοιο! Ρε συ, η καμπίνα σου χρειάζεται κανονική εκτροπή του Αχελώου για να καθαρίσει...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;(συνεχίζεται &lt;a href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/v.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;)&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7531026387033976388-8857494064733645850?l=greeksinspace.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://greeksinspace.blogspot.com/feeds/8857494064733645850/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7531026387033976388&amp;postID=8857494064733645850' title='5 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/8857494064733645850'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/8857494064733645850'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/iv.html' title='IV. Σαν Βγεις στον Πηγαιμό για το Έψιλον του Ηριδανού'/><author><name>Elias</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15006996975439612683</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp3.blogger.com/_YHNOnzheP1M/SAyKkrFT8jI/AAAAAAAAAQ4/UJOUxl5gWug/S220/arizona.jpg'/></author><thr:total>5</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7531026387033976388.post-1855945420517659253</id><published>2008-06-26T14:23:00.000-07:00</published><updated>2009-08-01T04:26:55.885-07:00</updated><title type='text'>ΙΙΙ. ΘτΕ</title><content type='html'>&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;span style="FONT-WEIGHT: bold"&gt;(συνέχεια από &lt;/span&gt;&lt;a style="FONT-WEIGHT: bold" href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/blog-post_19.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;&lt;span style="FONT-WEIGHT: bold"&gt;)&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο χρυσός σταυρός με τη γαλάζια χάντρα ήταν κρεμασμένος στο λαιμό της εδώ και 55 χρόνια. Της τον είχε χαρίσει ο Γιώργος στο γάμο τους, υπολοχαγός του πυροβολικού τότε, και η Λίτσα τον λάτρεψε αμέσως. Με τον καιρό ο λαιμός πάχυνε, όμως ο σταυρός δε βγήκε ποτέ, ούτε καν στο μπάνιο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Χήρα ταξιάρχου πια στα 80 της, η κυρία Λίτσα περνούσε τις μέρες της ρυθμίζοντας τα μαγνητικά καντήλια στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Ώρες-ώρες πίστευε ότι ο σταυρός της ήταν ζωντανός... το μέταλλο κάπως σαν να την κέντριζε. Κατά βάθος ήξερε πως έφταιγε ο στατικός ηλεκτρισμός από τα καντήλια, όμως της άρεσε να σκέφτεται ότι ήταν η χάρη του Θεού. Και είχε απόλυτο δίκιο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γιατί, χωρίς να το ξέρει, ο σταυρός ήταν μία Πύλη. Μέσα στη γαλάζια χάντρα του ήταν το Επέκεινα, ο Κόσμος των Ιδεών, η Υπερβατική Πραγματικότητα, και η κυρία Λίτσα θα έφριττε αν μπορούσε να δει τι κουβαλούσε μια ζωή επάνω της:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έμοιαζε με τριτοκοσμική πρωτεύουσα. Δρόμοι γεμάτοι λακκούβες και απόνερα, χαμηλά σπίτια, πιτσιρίκια να παίζουν σε κάθε γωνιά, μαμάδες να απλώνουν ρούχα στις ταράτσες. Και όπως συμβαίνει σε όλες τις τριτοκοσμικές πρωτεύουσες, είτε Φυσικές είτε Υπερβατικές, κάθε σπίτι είχε και μία τηλεόραση που δεν έκλεινε ποτέ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο κέντρο αυτής της παραγκούπολης έστεκε ένα κτίριο που φαινόταν σαν να υποφέρει από ίκτερο. Οι σοβάδες είχαν πέσει αφήνοντας μπαλώματα παντού, και παρόλο που τα υλικά του Υπερβατικού κόσμου δεν είναι τα γνωστά υλικά της Γης, η απόχρωση των τοίχων – κάτι ανάμεσα σε καταθλιπτικό φαιό και αυτοκτονικό γκρίζο – κουβαλούσε ένα άρωμα γνωστό σε όλους τους κόσμους: το άρωμα της φτήνιας. Πάνω από την πόρτα κρεμόταν μία επιγραφή γραμμένη στο χέρι: &lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;ΕΛΛΑΔΑ Α.Ε&lt;/span&gt;. Αν μπορούσε κάποιος να μπει και να προχωρήσει στις κακοφωτισμένες αίθουσες, αν ανέβαινε κατόπιν στον τελευταίο όροφο από τις σκάλες (το ασανσέρ πιθανότατα θα ήταν χαλασμένο) και περπατούσε ως το τέρμα του διαδρόμου, θα έφτανε στο γραφείο του Θεού των Ελλήνων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν ήταν ακριβώς όμορφος σαν τον Απόλλωνα. Τα μπαλωμένα ρούχα και η καμπούρα του δεν είχαν τη μεγαλοπρέπεια του Δία, ενώ το ένα του χέρι, που έμοιαζε μακρύτερο από το άλλο, θα δυσκολευόταν να κρατήσει τη λύρα του Ορφέα. Όχι όμως και να τρυπώσει σε μία τσέπη, ειδικά σε μία ξένη. Από παλιά ο λαός της Ελλάδας είχε συλλάβει τη φιγούρα του διαισθητικά και την είχε αποτυπώσει θεατρικά, όμως μόνο κάποιος Ζελάσνυ, συγγραφέας ΕΦ, &lt;a href="http://www.altfactor.ath.cx/presentations/this_immortal.html"&gt;&lt;span style="FONT-WEIGHT: bold"&gt;είχε πλησιάσει ακόμα περισσότερο στην αλήθεια&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;. Ένα χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα του γραφείου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εμπρός».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα ένας κοντός τύπος με μυτερό, περιποιημένο μούσι που το έστρωνε συνέχεια. «Σε καλημερίζω και σε προσκυνώ, αφέντη μου, κ. Παραγωγέ».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ΘτΕ τον κοίταξε με μισό μάτι, «πάλι προαγωγή θα θέλει...» μονολόγησε και ανακοίνωσε: «Από τώρα και στο εξής διορίζεσαι Ανώτατο Οικονομικό Στέλεχος. Τράβα στο καλό και κλείσε την πόρτα πίσω σου».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Έχω νέα, αφέντη μου. Ένα καλό, ένα κακό, ένα απαίσιο, κι ένα φριχτό».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάτι σαν αναστεναγμός ακούστηκε από τη μεριά του ΘτΕ. «Το καλό στο τέλος».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Πρώτον: Η τηλεθέαση έπεσε μέσα στο Μάρτιο, συμφωνώντας με τις προβλέψεις μας – τις πιο απαισιόδοξες, δηλαδή», είπε το Ανώτατο Οικονομικό Στέλεχος. «Οι μετρήσεις λένε για 15,1%».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένας ξεκάθαρος αναστεναγμός ακούστηκε από τη μεριά του ΘτΕ. «Πες τώρα και το αληθινό νούμερο».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το μούσι δίστασε λίγο. «Κοντά στο 14%. Λίγο μεγαλύτερο, λίγο μικρότερο, πάντως κάπου εκεί. Ίσως λίγο μικρότερο». Δεν είδε καμία φανερή αντίδραση και συνέχισε. «Θα σου το έλεγα ούτως ή άλλως...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Προχώρα στο παρασύνθημα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Δεύτερον: Οι εισπράξεις έπεσαν κατά 30%, ξεπερνώντας και τις πιο απαισιόδοξες προβλέψεις – ναι, είναι αληθινό το νούμερο. Μη με κοιτάς έτσι, δε φταίω εγώ! Απλώς σου λέω τους αριθμούς».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ΘτΕ βόγκηξε. «Έχει και χειρότερο;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τρίτον: Ένας τύπος ήταν εδώ το πρωί. Τάχα έψαχνε την Έκθεση Θανάσιμων Αμαρτημάτων και μπήκε κατά λάθος. Τον ξαποστείλαμε βέβαια, όχι όμως χωρίς να ρίξει πρώτα μια καλή ματιά τριγύρω και να πιάσει κουβέντα με τους ρεσεψιονίστ – ξέρεις, του στυλ: &lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;Πω πω! Δε μοιάζει να πάει καλά η επιχείρηση εδώ, ρε παιδιά! Και για να ‘χουμε καλό ρώτημα, πληρώνει; Εγώ δούλευα τρία χρόνια σε reality show, ακόμα μου χρωστάν λεφτά...&lt;/span&gt; Ίσως είχε και μικρόφωνο επάνω του».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Κατάσκοπος ανταγωνιστών;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το μούσι ξεροκατάπιε. «Ίσως, ποιος ξέρει; Μπορεί και να ‘ταν της Υπερβατικής Εφορίας...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Σουτ!» φώναξε έντρομος ο ΘτΕ. «Μπα που να φας τη γλώσσα σου, μη λες αυτή τη λέξη!» Κοίταξε γύρω να βεβαιωθεί πως οι τοίχοι δεν είχαν γκρεμιστεί. «Είπες κάτι και για ένα καλό νέο», τόλμησε να παρατηρήσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τέταρτον: δεν έχω άλλα νέα. Μέχρι εδώ ήταν, τέλειωσα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ΘτΕ πήρε μία πονεμένη έκφραση. «Όπου και να πάω, η &lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;ΕΛΛΑΔΑ Α.Ε.&lt;/span&gt; με πληγώνει!» φώναξε και χτύπησε το χέρι του στο γραφείο• ακούστηκε ο ξύλινος ήχος από ένα πόδι που σπάει. «Σου κόβω το μισθό και τις αυξήσεις, απολύεσαι χωρίς αποζημίωση! Απολύεσαι επανειλημμένως!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο άλλος τον περίμενε να ηρεμήσει. «Κι όμως», του είπε μαλακά μετά από λίγο, «είναι λογικό. Το επίπεδο του show πέφτει συνεχώς. Οι Υπερβατικοί τηλεθεατές βαρέθηκαν να παρακολουθούν μια γερασμένη χώρα στα πρόθυρα νευρικής κρίσης. Θέλουν σεξ, δράση, αίμα – θυμάσαι τους Περσικούς πολέμους;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Αν τους θυμάμαι, λέει!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Πόσο είχε ανέβει η τηλεθέαση τότε! Και στην Άλωση, θυμάσαι;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ΘτΕ έξυσε το κεφάλι του. Κατόπιν προχώρησε σε μία ντουλάπα και έβγαλε ένα χάρτη της Ελλάδας. «Και να πεις ότι δεν πήρα ζεστά τη δουλειά... Έβαλα το πιο προχωρημένο ντεκόρ – Μετέωρα, Κυκλάδες, Πίνδος», έδειξε στο χάρτη τα σχετικά σημεία, «τα καλύτερα οπτικά εφέ,&lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt; Εν Τούτω Νίκα&lt;/span&gt; και τα σχετικά. Μια περιουσία μού κόστισαν». Ξεφύσηξε και έμεινε με ένα σκεπτικό ύφος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Αφέντη μου», είπε το μούσι στρώνοντας το μούσι του, «και να με συμπαθάς που το λέω, δηλαδή, όμως μήπως έφτασε η ώρα να την κοπανήσουμε; Άσε το show να ρημάξει, να πάει κατά διαόλου. Αν η Εφορ– η ακατονόμαστη κάνει έλεγχο, θα πάρει φωτιά ο κώλος μας».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στην αρχή δεν υπήρξε καμία αντίδραση• ο ΘτΕ συνέχισε να κοιτάζει το χάρτη βλέποντας κάτι πίσω από αυτόν. Κατόπιν απάντησε αργά-αργά: «Όχι ακόμα, Ανώτατε Επιτελικέ Χαμάλη, όχι ακόμα. Ετοιμάζω συνέχεια που θ’ αφήσει εποχή• με διαστημόπλοιο στο Έψιλον του Ηριδανού, περιπέτειες και άλλα». Στράφηκε προς τον άλλον που τον κοιτούσε έκπληκτος: «Θα ανεβάσει λίγο το show μέχρι να μαζέψουμε κάνα φράγκο. Εσύ, Πάνσεπτε Αλήτη, πέρνα απ’ το ταμείο, πάρε ό,τι μας έμεινε και τρέξε αμέσως σ’ Αυτήν-Που-Δεν-Πρέπει-Να-Ονομάζεται. Λάδωσέ τους όλους! Από τον προϊστάμενο ως τις καθαρίστριες! Κράτα τους όσο γίνεται πιο μακριά απ’ τα βιβλία μας, έχω σχέδιο!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Σχέδιο; Τι σχέδιο, δηλαδή;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ακόμα εδώ είσαι; Τσακίσου!» είπε ο ΘτΕ και του έριξε μια καρπαζιά. Το μούσι τσακίστηκε βροντώντας πίσω του την πόρτα, κάτι που έκανε ολόκληρο το κτίριο να τρανταχτεί.&lt;br /&gt;............................................................................................................&lt;br /&gt;Για μία στιγμή, η κυρία Λίτσα νόμισε ότι ο σταυρός της αναπήδησε από μόνος του. Σκέφτηκε ότι πρέπει οπωσδήποτε να πάει για κείνες τις εξετάσεις που αναβάλλει συνεχώς, όμως πώς να πληρώσει τους γιατρούς με μία σύνταξη ταξιάρχου; Εξάλλου, δεν είχε και πολλή σημασία, σύντομα θα έφευγε να συναντήσει τον Γιώργο της...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τελείωσε τις δουλειές στα καντήλια και πήγε να κάνει τις δέκα μετάνοιες που της όρισε ο πάτερ Βαρνάβας επειδή την έπιασε να διαβάζει Ζελάσνυ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="TEXT-ALIGN: right"&gt;&lt;span style="FONT-WEIGHT: bold;font-size:85%;" &gt;(συνεχίζεται &lt;a href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/iv.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;)&lt;/span&gt; &lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7531026387033976388-1855945420517659253?l=greeksinspace.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://greeksinspace.blogspot.com/feeds/1855945420517659253/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7531026387033976388&amp;postID=1855945420517659253' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/1855945420517659253'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/1855945420517659253'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/blog-post_18.html' title='ΙΙΙ. ΘτΕ'/><author><name>Elias</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15006996975439612683</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp3.blogger.com/_YHNOnzheP1M/SAyKkrFT8jI/AAAAAAAAAQ4/UJOUxl5gWug/S220/arizona.jpg'/></author><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7531026387033976388.post-7953908997279468472</id><published>2008-06-25T14:22:00.000-07:00</published><updated>2009-07-28T16:00:40.805-07:00</updated><title type='text'>ΙΙ. Η Αρχή πριν την Αρχή</title><content type='html'>&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;(συνέχεια από &lt;a href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/blog-post_20.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;)&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πρώτα ήταν μόνο το βασίλειο του Χάους. Άβυσσος, Αρχέγονη Θάλασσα, Ουροβόρος Όφις –μία πολύ cool κατάσταση, περίπου σαν το Λας Βέγκας. Το υποκείμενο της συνείδησης ταυτιζόταν με το αντικείμενό της και δεν υπήρχε τίποτα διότι δεν υπήρχε κανείς να το αντιληφθεί. Το Χάος βασίλεψε έτσι για μία Αιωνιότητα, καθότι δεν υπήρχε Χρόνος για να προκηρυχτούν εκλογές ούτε πολιτικοί παρατηρητές για να ασκήσουν κριτική επί της ουσίας. Δεν υπήρχαν καν παρατηρητές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μία μέρα όμως το Χάος ξύπνησε με τάσεις αυτοκριτικής. Πλύθηκε, ξυρίστηκε, έβαψε τα μαλλιά του (το Χάος ήταν αρσενικό και θηλυκό) και ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι συνειδητοποιεί. Κοίταξε το σπίτι του, «χάος η κατάσταση!» διαπίστωσε, και άρχισε να βάζει μία Τάξη σ’ όλο εκείνο το αλαλούμ. Δημιουργήθηκε ο Χώρος, το Εδώ μαζί με το Εκεί, κι οι πεταμένες κάλτσες μπήκαν επιτέλους στο συρτάρι τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Σκέφτομαι άρα υπάρχω!» αναφώνησε το Χάος. Έπαιξε για μια στιγμή με την ιδέα να κάνει έρωτα στον εαυτό του, όμως εκείνο το πρωινό είχε σηκωθεί μ’ έναν φοβερό πονοκέφαλο, καλύτερα μία άλλη φορά, αγάπη μου, άσε που θα ξυπνήσουν και τα παιδιά. «Χαράμισα τα καλύτερά μου χρόνια μ’ εμένα!» μονολόγησε το Χάος και, μέσα σ’ ένα σχιζοφρενικό παροξυσμό, δημιούργησε τα Ζεύγη των Αντιθέτων. Το Ον διαχωρίστηκε από το μη-Ον, το Θετικό από το Αρνητικό, και οι σκηνοθέτες με άποψη από τη μαζική κουλτούρα. Το Χάος ζήτησε διαζύγιο από τον εαυτό του και το πήρε, πετυχαίνοντας μία καλή διατροφή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η συνέχεια των πραγμάτων, που αργότερα ονομάστηκε Big Bang, ήταν εκρηκτική: η συγκεντρωμένη ενέργεια του Κοσμικού Αυγού εκτινάχθηκε από το Τίποτα δημιουργώντας το Παν. Σωματίδια ξεμύτισαν, συγκεντρώθηκαν σε μόρια και προέκυψε το σύμπαν ως ένα μεγάλο, σκονισμένο ανακάτεμα. Η Κοσμική αυτή Ομελέτα σβόλιασε κατά τόπους, ξεπρόβαλαν τα ουράνια σώματα και σύντομα άρχισαν να σέρνονται μικροοργανισμοί στις επιφάνειές τους. Η Ύπαρξη όμως που εκδηλώθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν μπορούσε να γνωρίσει τον εαυτό της, γι’ αυτό και η εξέλιξη ανέλαβε να κατασκευάσει έναν επιστημολογικό καθρέφτη: οι οργανισμοί ανέπτυξαν αισθητήρια όργανα. Μέσα από τα μάτια τους (ή ό,τι άλλα φωτοευαίσθητα εξαρτήματα διέθεταν), η εκδηλωμένη Ύπαρξη παρατήρησε τον εαυτό της και τρόμαξε, γιατί κανείς μέχρι τότε δεν της είχε πει ότι ήταν χοντρή και σπυριάρα. Κρίθηκε αναγκαίο να αναπτυχθεί η τέχνη της ζύμωσης αλκοολούχων ποτών και το πρόβλημα λύθηκε, τα σπυριά έγιναν in. Φιλοσοφικά ανακουφισμένη, η εκδηλωμένη Ύπαρξη αναφώνησε: «Yπάρχει αυτό που υπάρχει!» ενώ η Φυσική, η Βιολογία και η Φορολόγηση Οινοπνεύματος ανέλαβαν την κατάσταση θέτοντας το σύμπαν υπό την αδυσώπητη κυριαρχία τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με την πάροδο του χρόνου όμως η συνταγή χαλούσε όλο και περισσότερο... Η εξέλιξη άρχισε να παράγει έλλογα πλάσματα, με αυτοσυνείδηση και ανώτερες πνευματικές λειτουργίες. Η εκδηλωμένη Ύπαρξη προσπάθησε να συλλάβει τη φύση της μέσα από τη διάνοιά τους• αντίκρισε ένα πεδίο άπειρων δυνατοτήτων όπου η πραγματικότητα δεν είναι παρά η βενζίνη για να διασχίσει κανείς το βασίλειο της φαντασίας. Το κάθε τι είχε και μία εσωτερική διάσταση ανεξάρτητη από την εξωτερική μορφή του, «υπάρχει αυτό που πιστεύω ότι υπάρχει!» αποφάνθηκε η γοητευμένη Ύπαρξη και γλίστρησε σε μία κατάσταση υπερβατικότητας. Όταν όμως άρχισαν να μαζεύονται οι απλήρωτοι λογαριασμοί και να χτυπούν την πόρτα οι πιστωτές, η Ύπαρξη απέκτησε υπαρξιακό πρόβλημα και αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι η πραγματικότητα είναι μία βενζίνη χαμηλών οκτανίων, βλαβερή για το περιβάλλον. Σιγά-σιγά όμως, και με τη βοήθεια ενός καλού ψυχαναλυτή, ξεκαθάρισαν τρεις καταστάσεις που διαμοίρασαν την Ύπαρξη:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Φυσική Πραγματικότητα, ο κόσμος της Ύλης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Υπερβατική Πραγματικότητα, ο κόσμος του Πνεύματος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Ελληνική Πραγματικότητα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την ιδιοσυστασία της πρώτης Πραγματικότητας ανέλαβαν να ρυθμίσουν οι νόμοι της λογικής και της φύσης –νόμοι άκαμπτοι που δεν έχουν παραθυράκια και δουλεύουν 24 ώρες το εικοσιτετράωρο, ακόμα και τις αργίες. Η αλληλοσυσχέτισή της όμως με τις υπόλοιπες απετέλεσε αντικείμενο προστριβών. Στην αρχή αποφασίστηκε ότι τα πνευματικά/θεϊκά όντα της δεύτερης Πραγματικότητας θα μπορούν να καταλύουν τη φυσική τάξη πραγμάτων της πρώτης. Μετά όμως από την επανάσταση που ξέσπασε και το αιματοκύλισμα που ακολούθησε, τέθηκε φραγμός στη θεϊκή ισχύ και το Ουράνιο Βασίλειο μετατράπηκε σε Ουράνια Συνταγματική Μοναρχία. Έκτοτε, ο Θεός, για να επέμβει στον κόσμο της Ύλης, πρέπει να σεβαστεί την εγγενή νομοτέλειά του• αν η ανεξερεύνητη θεϊκή βούληση αποφασίσει να καταλύσει την τάξη των πραγμάτων και να εκδηλωθεί θαυμαστά μέσα στην Ύλη, θα το κάνει πληρώνοντας πολύ ακριβά διόδια. Όσο για την τελευταία Πραγματικότητα, αποτελούσε εκ βαθέων σύνθεση και μερική ανατροπή των προηγουμένων πάνω σε τέσσερις άξονες:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;1. Υπάρχει αυτό που δηλώνω στην εφορία ότι υπάρχει (Νόμος της Ύπαρξης).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;2. Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη, να εύχεσαι να μην πέσεις στην τουριστική σαιζόν (Νόμος της Αθροιστικής Συσσώρευσης).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;3. Ανάμεσα στο Αίτιο και στο Αιτιατό μεσολαβεί ο κολλητός του δημάρχου (Νόμος της Αιτιότητας).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;4. Το Φεγγάρι περιστρέφεται γύρω από τη Γη. Η Γη περιστρέφεται γύρω από τον Ήλιο. Όλα αυτά όμως περιστρέφονται μαζί γύρω από τον κ. Διευθυντή μας (Νόμος της Βαρύτητας).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο πλανήτης Γη, μια που μιλάμε γι’ αυτόν, ήταν ένα Φυσικό–Υπερβατικό σύμπλεγμα. Τον κατοικούσαν κοινότητες ανθρώπων, οι οποίες εξελίχθηκαν και κατόρθωσαν να συλλάβουν την ιδέα του Θεού, ακόμα και την ιδέα των φιλόπτωχων ταμείων. Η κάθε κοινότητα εφοδιάστηκε με το δικό της Θεό σε μία σχέση αμοιβαίας αλληλεξάρτησης, όπως ο πολιτικός με τους ψηφοφόρους του, πάνω-κάτω όμως όλοι είχαν τα ίδια βασικά γνωρίσματα: ένα ασύλληπτα τεράστιο Ον, γένους (κατά προτίμηση) αρσενικού, παντοδύναμο, αιώνιο, πανταχού παρόν, που τιμωρούσε όσους περνούσαν την ώρα τους κάνοντας σεξ και επιβράβευε όσους περνούσαν τη γιαγιά στο απέναντι πεζοδρόμιο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Ελληνική Πραγματικότητα όμως παρείσδυσε στο οικοσύστημα του πλανήτη... Από παλιά είχε παρατηρηθεί ότι κάτι περίεργο συνέβαινε στη χώρα της νοτίου Βαλκανικής. Δεν έφτανε μόνο η αδυναμία προσδιορισμού της αληθινής της θρησκείας, ήταν και η διαπίστωση πως η χώρα αυτή πάντα κατάφερνε να επιβιώνει από τα δεινά. Μέσα στη μακραίωνη ιστορία της πέρασε από πολλές κακοτοπιές, δοκιμάστηκε από κατακτήσεις, εμφύλιους πολέμους, δικτατορίες και υπερήλικες πολιτικούς. Μπήκε στην Κοινή Αγορά με τους χαμηλότερους δείκτες, φορτώθηκε με τεράστια εξωτερικά χρέη, έδιωξε τα καλύτερά της μυαλά στην ξενιτιά –κι όμως, η Ελλάδα ποτέ δεν πέθαινε. Ο Θεός της είχε πάντα την τελευταία λέξη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πολλές έκπληκτες φωνές σηκώθηκαν σ’ όλο το γνωστό σύμπαν και αναρωτήθηκαν: Μα ποιος είναι τελικά ο Θεός των Ελλήνων; (γνωστός και ως ‘Το Πνεύμα του Ελληνισμού’ ή ‘Το Δαιμόνιο της Φυλής’). Τι είδους σχέση αγάπης και μίσους έχει αναπτύξει με τον εκλεκτό Του λαό; Πώς τα καταφέρνει και βγάζει πάντα την Ελλάδα από τις δυσκολίες; Σε τι θεό πιστεύει αυτός ο Θεός;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Διάφορες εξηγήσεις προτάθηκαν για το ‘φαινόμενο Ελλάδα’, όπως π.χ. ότι η αρχαία παράδοση δεν έσβησε και συνέχισε να επιβιώνει συγκεκαλυμμένη, μέσω ενός είδους πνευματικής κλωνοποίησης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άποψη που είναι λάθος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάποιοι υποστήριξαν ότι το πνεύμα της αρχαίας θρησκείας αφομοιώθηκε λειτουργικά μέσα στο σώμα της Ορθοδοξίας, μέσω ενός είδους πνευματικής ώσμωσης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι αυτή όμως η άποψη είναι λάθος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τέλος, οι περισσότεροι αποκήρυξαν τέτοιες συλλογιστικές δηλώνοντας ότι δεν υπάρχει ποτέ περίπτωση ο άνθρωπος ή ο Έλληνας να γνωρίσει το Θεό του. Λάθος και πάλι λάθος, ο Έλληνας ξέρει το Θεό του. Δεν ξέρει όμως ότι Τον ξέρει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και κανείς δε φανταζόταν ότι ο Θεός των Ελλήνων είναι Τηλεοπτικός Παραγωγός...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;(συνεχίζεται &lt;a href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/blog-post_18.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;)&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7531026387033976388-7953908997279468472?l=greeksinspace.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://greeksinspace.blogspot.com/feeds/7953908997279468472/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7531026387033976388&amp;postID=7953908997279468472' title='5 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/7953908997279468472'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/7953908997279468472'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/blog-post_19.html' title='ΙΙ. Η Αρχή πριν την Αρχή'/><author><name>Elias</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15006996975439612683</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp3.blogger.com/_YHNOnzheP1M/SAyKkrFT8jI/AAAAAAAAAQ4/UJOUxl5gWug/S220/arizona.jpg'/></author><thr:total>5</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7531026387033976388.post-8520745574276505071</id><published>2008-06-24T14:20:00.000-07:00</published><updated>2009-07-23T04:39:55.809-07:00</updated><title type='text'>Ι. Η Αρχή</title><content type='html'>&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;span style="FONT-WEIGHT: bold"&gt;(συνέχεια από &lt;a href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/blog-post.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;)&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο δεσπότης είχε γίνει μούσκεμα καθώς έψελνε τον αγιασμό, κάτω από το δυνατό ανοιξιάτικο ήλιο της 25&lt;sup&gt;ης&lt;/sup&gt; Μαρτίου 2063. Το κάθε τι άστραφτε... Ο χρυσοποίκιλτος τόμος του Ευαγγελίου, οι εκατοντάδες κάμερες πιο πέρα, τα χιλιάδες αυτοκίνητα ακόμα πιο πέρα και, πιο πολύ απ’ όλα, αυτή η θεόρατη μάζα από κράμα τιτανίου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«&lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;Υπέρ του γεννηθήναι το ύδωρ τούτο αγιασμού δώρον, εις ίασιν ψυχής τε και σώματος...&lt;/span&gt;» Τα μεγάφωνα σκόρπιζαν πολλά κιλοβάτ τροπαρίων πάνω στο συγκεντρωμένο πλήθος, όμως οι σκόρπιες ορχήστρες με τα δημοτικά τραγούδια κέρδιζαν τις τοπικές ακουστικές μάχες. Μόνο κάποιοι αγρότες πρόσεξαν τη φράση &lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;το ύδωρ τούτο αγιασμού δώρον&lt;/span&gt; και σκέφτηκαν ότι η Οικολογική Επιτροπή του Υπουργείου Γεωργίας θα απέρριπτε σίγουρα τις γεωτρήσεις που ζητούσαν, ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που ψήφισαν Νέο ΠΑΣΟΚ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν η κατ’ εξοχήν ελληνική υποδοχή ενός επίσημου αγιασμού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το πανηγύρι είχε αρχίσει από ώρα στην πεδιάδα της Κορώνειας. Κλαρίνα παίζανε, αρνιά γυρίζανε σε σούβλες, ποτήρια γεμίζανε με τσίπουρο, τοπικοί βουλευτές της Νέας Νέας Δημοκρατίας περιδιάβαιναν ανάμεσα στους ψηφοφόρους τους και μικροπωλητές πουλούσαν μαλλί της γριάς, μπρελόκ και γυαλιά ηλίου. Ο αέρας ήταν γεμάτος από την τσίκνα των ψητών και τα καυσαέρια των βενζινοκίνητων γεννητριών.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν η κατ’ εξοχήν ελληνική υποδοχή μιας απογείωσης διαστημοπλοίου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γιατί εδώ, στην αποξηραμένη λίμνη της Κορώνειας, η Ιστορία κατέγραφε το μεγαλύτερο έργο από καταβολής ελληνισμού –μετά τον Παρθενώνα και την εκτροπή του Αχελώου: το αντιβαρυτικό διαστημόπλοιο &lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;Οδυσσέας&lt;/span&gt;. Δεν έμοιαζε καθόλου με το αθάνατο μνημείο των Αθηνών, περισσότερο έφερνε προς μίνι Πύργο του Άιφελ, ένα σχήμα που, σύμφωνα με το Φενγκ Σούι, προσφέρει καλοτυχία και ξεπέρασμα εμποδίων. Κάτι που σίγουρα θα χρειαζόταν ο &lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;Οδυσσέας &lt;/span&gt;στο ταξίδι του...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν απίστευτο, ήταν ιστορικό, ήταν ένα όνειρο που βγήκε αληθινό. Ξεκίνησε πριν οκτώ χρόνια με έναν Έλληνα ομογενή στα εργαστήρια της NASA, που ανέπτυξε την αντιβαρυτική προώθηση. Λίγο μετά, το τηλεσκόπιο Κέπλερ εντόπισε πλανήτη όμοιο με τη Γη στο Έψιλον του Ηριδανού και η ανθρωπότητα έπιασε αμέσως το υπονοούμενο του πεπρωμένου. Το όνειρο φάνηκε προς στιγμήν να χάνεται όταν ο ερευνητής πεθαίνοντας δώρισε τα αρχεία του στο ελληνικό κράτος –υπό τον όρο να μη χρησιμοποιηθούν για πολεμικούς σκοπούς και να διαμορφωθεί η βουνοκορφή πάνω από τον Άγιο Σώστη Γρεβενών, το χωριό του, στο μεγαλύτερο ανδριάντα του Μεγάλου Αλεξάνδρου (ύψους 82 μέτρων)• παρόλα αυτά και κόντρα στις απαισιόδοξες προβλέψεις, η νεοσύστατη Γενική Γραμματεία Διαστήματος δούλεψε σκληρά, έστησε τον &lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;Οδυσσέα &lt;/span&gt;ολοκληρωμένο και κράτησε το όνειρο ζωντανό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όμως δε θα τα κατάφερνε αν δεν υπήρχε το πρόγραμμα &lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;Greeks in Space!&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το έργο που ανέλαβε η ΓΓΔ ήταν κολοσσιαίο: έπρεπε να κατασκευάσει το διαστημόπλοιο, να το εξοπλίσει με τον πιο σύγχρονο γιαπωνέζικο υπερ-υπολογιστή, να επιλέξει τους κατάλληλους αστροναύτες με διαφάνεια και αξιοκρατία, και να πείσει τους κατοίκους του Αγίας Σωτήρας Γρεβενών να μη διαμορφώσουν τη δική τους βουνοκορφή σε ανδριάντα του Μεγάλου Αλεξάνδρου (ύψους 83 μέτρων). Φυσικά, χρειάστηκαν τεράστια ποσά για όλα αυτά τα έργα...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;...βοήθησε όμως το πρόγραμμα &lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;Greeks in Space!&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μόλις τέλειωσε ο αγιασμός, ανέβηκε στην εξέδρα ο Πρωθυπουργός. Χαμογέλασε στις κάμερες, «&lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;Greeks in Space!&lt;/span&gt;» ανακοίνωσε στα μικρόφωνα και φόρεσε τα γυαλιά του. «Ελληνίδες και Έλληνες, ψηφοφόρισσες και ψηφοφόροι. Εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε-γέλασε!» είπε γελώντας και έπαιξε με τη γραβάτα του. Ποτήρια σηκώθηκαν και το μισό πλήθος χειροκρότησε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι αστροναύτες στέκονταν δίπλα του με τις εφαρμοστές στολές τους. Ήταν πέντε: δύο άντρες, δύο γυναίκες, και ο Μίλτος• που κοιτούσε το πανηγύρι σαν να συνέβαινε κάπου μακριά και σε κάποιον άλλον. Δεν είχε καταλάβει πώς έγινε αυτή η στροφή στη ζωή του... Η αίτηση στη ΓΓΔ, αστεία με τους φίλους του, το τηλεφώνημα μια μέρα που ετοιμαζόταν να στείλει το βιογραφικό του στην τράπεζα, «επιλεχθήκατε για την ειδική πρακτική εξέταση του ΑΣΕΠ –όχι, δεν είναι πλάκα. Έχετε κατάλληλες σπουδές, δείκτες νοημοσύνης και ψυχοδομής –όχι, όχι, δεν είναι πλάκα. Περάστε αύριο από τη ΓΓΔ, δεύτερος όροφος στο ΥΠΕΧΩΔΕ δίπλα στο γραφείο του θείου σας, χτυπήστε τρεις φορές την πόρτα, το σύνθημα είναι: &lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;Πρόωρη Εκσπερμάτωση&lt;/span&gt; –έλα ρε μαλάκα, ο Βαγγέλης είμαι, πλάκα σου κάνω». Ο Μίλτος έστειλε το βιογραφικό του στην τράπεζα και προσελήφθη. Όταν μετά από λίγες μέρες ο θείος τηλεφώνησε για να του πει ότι μεσολάβησε στον Υπουργό και τον έβαλαν στην ειδική πρακτική εξέταση του ΑΣΕΠ, ο τραπεζικός υπάλληλος δεν τον πίστεψε με τίποτα. Χρειάστηκε να δει το όνομά του στις εφημερίδες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι κάμερες αναμετέδιδαν τις ιστορικές στιγμές στα τηλεοπτικά δίκτυα όλου του κόσμου, το συγκεντρωμένο πλήθος χειροκροτούσε κι ο Πρωθυπουργός συνέχιζε: «...γιατί ο καθένας σας έχει κάτι που οι ληστές δε δύνανται να κλέψουν, που ο σκώληξ δε δύναται να αφανίσει. Ναι! Ακόμα κι αν ο σκύλος του γείτονα γαβγίζει απ’ το πρωί ως το βράδυ, ακόμα κι αν έχεις χάσει όλη την περιουσία σου στα χαρτιά και η κόρη σου γυρίζει στις έξι το πρωί, πρεζόνι απ’ τα δεκαεφτά της –ναι! Ακόμα και τότε δεν τα ‘χεις χάσει όλα... Σου έχει μείνει κάτι που αξίζει όσο κι η αθάνατη ψυχή σου: η ψήφος σου!&lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt; Greeks in Space!&lt;/span&gt;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν ήταν ένα ακόμα reality show μέσα στα πολλά της τηλεόρασης. Το &lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;Greeks in Space!&lt;/span&gt; είχε θεωρηθεί πρωτοποριακό, η Μητέρα-Όλων-Των-Reality-Shows, όχι τόσο για το εξωγήινο περιβάλλον και τα αλλόκοσμα τέρατά του, αλλά για τις νομικές περιπλοκές του. Πώς ένα reality show θα μπορούσε να περάσει μέσα από τον ΑΣΕΠ; Δεν είναι αντισυνταγματικό να καταλήγεις στους τελικούς επιλαχόντες μέσα από διαδικασίες televoting; Αστροναύτες–δημόσιοι υπάλληλοι, πού ακούστηκε; Τα προβλήματα τελικά ξεπεράστηκαν με μία ρύθμιση της τελευταίας στιγμής: το διάστημα θεωρήθηκε «ευρύτερος δημόσιος τομέας», το show εντάχθηκε στον ΑΣΕΠ ως «ειδική πρακτική εξέταση», ενώ το televoting έγινε «μέτρο εξασφάλισης της διαφάνειας, της δημοκρατίας και της αξιοκρατίας». Το εξεταστικό κέντρο–στούντιο χτίστηκε στον Αχλαδόκαμπο (έτσι κι αλλιώς κανείς δεν είχε πιστέψει ποτέ ότι αυτό το κομμάτι της ορεινής Πελοποννήσου άνηκε πραγματικά στον πλανήτη μας) και το τελικό αποτέλεσμα ήταν ένα ποιμενικό sci-fi show με στοιχεία western. Από τις εγκαταστάσεις πέρασαν αρκετοί υποψήφιοι, τράβηξαν άφθονες δοκιμασίες και κάθε τόσο το κοινό έδιωχνε έναν, μέχρι που κατέληξε στην ιδανική ομάδα. Οι επιλαχόντες υπέγραψαν σύμβαση αορίστου χρόνου, η ΓΓΔ εισέπραξε μεγάλα ποσά από τις αποκλειστικότητες της παγκόσμιας αναμετάδοσης και τώρα ετοιμαζόταν το δεύτερο μέρος του show. Αυτό που θα κινηματογραφούσαν οι κάμερες του σκάφους και των διαστημικών στολών.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Μίλτος δεν είχε ποτέ φανταστεί ότι το κοινό θα τον επέλεγε για το ταξίδι. Δεν ήταν ούτε ψηλός ούτε κοντός, ούτε όμορφος ούτε άσχημος• ξεχώριζε με την κοινότητά του. Τελειόφοιτος Κβαντικής Ψυχολογίας, στρατευμένος από την εφηβεία του στη Μεταφυσική Αριστερά, μόνιμα προβληματισμένος και ανήσυχος, έψαχνε διαρκώς την κατάλληλη ευκαιρία να αναδείξει το δυναμικό εαυτό του –τον μέσα Μίλτο, όπως συνήθιζε να λέει. Ήταν ο έξω Μίλτος που του χαλούσε συνεχώς τη δουλειά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κοίταξε διακριτικά την κοπέλα δίπλα του. Η Ρούλα είχε κορμί σαν μπουκάλι κόκα-κόλα, δέρμα αψεγάδιαστο, μακριά μαλλιά και την κακιά συνήθεια να την πέφτει στον καθένα εκτός από τον Μίλτο. Τώρα κοιμόταν με τον Γιάννη, τον αθλητή της ομάδας, που προσπαθούσε να πείσει όλους ότι είχε δουλέψει γυμνό μοντέλο στη Σχολή Καλών Τεχνών. Κρίμα που μία τέτοια κοπέλα χαραμιζόταν έτσι... μία κοπέλα που, επιπλέον, δε φορούσε εσώρουχα απόψε. Ο Μίλτος έριξε μία διακριτική ματιά στην εφαρμοστή στολή της χωρίς να τον καταλάβει, όπως μόνο ένας άντρας ξέρει, και επιβεβαίωσε το συμπέρασμά του (στην πραγματικότητα, η Ρούλα τον κατάλαβε πολύ καλά, όπως μόνο μία γυναίκα ξέρει).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Πρωθυπουργός έκλεισε την τελετή: «Όμως η ώρα πλησιάζει για να τιμήσουν τις συμβάσεις τους τα παιδιά που εσείς διαλέξατε! Τους αγαπήσατε και τους μισήσατε, πάντως όλον αυτόν τον καιρό ήταν κομμάτι της ζωής σας –γιατί τα reality shows που προσφέρει το Νέο ΠΑΣΟΚ είναι βγαλμένα μέσα από τη ζωή. &lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;Greeks in Space!&lt;/span&gt;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δύο σειρές αστυνομικοί άνοιξαν ένα διάδρομο μέσα στο απρόθυμο πλήθος, οι αστροναύτες τον διέσχισαν χαιρετώντας τριγύρω κι ανέβηκαν στο διαστημόπλοιο. Βρήκαν τις καμπίνες τους, βόλεψαν τα πράγματά τους και κάποιοι από αυτούς συναντήθηκαν μετά από λίγο στη γέφυρα του σκάφους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ρε παιδιά, η καμπίνα μας είναι γεμάτη γαλάζιες χάντρες, απ’ αυτές για το ξεμάτιασμα! Α, κι εδώ το ίδιο...» έκανε ο Γιάννης βρίσκοντας από ένα κομποσκοίνι με γαλάζιο μάτι κρεμασμένο σε κάθε γωνιά της γέφυρας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Πού είναι ο κεντρικός υπολογιστής; –ναι, ξέρω, η δικιά μου έχει και εικόνα με τον Άγιο Ιγνάτιο», είπε ο Μίλτος, «τον προστάτη του διαστήματος». Πήρε το εγχειρίδιο οδηγιών του υπολογιστή και το ξεφύλλισε: «Εδώ λέει ότι έχει ‘ιαπωνικές πολιτιστικές συνιστώσες’ κι ότι είναι απλός στο χειρισμό. Λίγο πιο εύκολος από αυτοκίνητο, λίγο πιο δύσκολος από πατίνι, έτσι λέει».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Ρούλα κάθισε στην κονσόλα πλοήγησης και περιεργάστηκε τα όργανα. «Πω πω κουμπιά, κουμπάκια, διακόπτες, πάλι διακόπτες, κόντρα διακόπτες, χαμός λέμε! Οθόνη αστρικού χάρτη, αντιβαρυτικός κινητήρας, μονάδα ανακύκλωσης... Α, νάτος κι ο υπολογιστής». Πάτησε ένα κουμπί και στην κεντρική οθόνη εμφανίστηκε μία φωτεινή επιγραφή: &lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;Ο Κίνζι / Σας χαιρετά, / Γενναίοι κοσμοναύτες&lt;/span&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Μίλτος ήρθε πίσω από τη Ρούλα. «Κίνζι! Τι κάνουν τώρα οι άλλοι;» ρώτησε, προσπαθώντας να δει μέσα από το ξεκούμπωτο πάνω μέρος της στολής της. Οι άλλοι ήταν ο Χάρης και η Κάτια, δύο παιδιά που αγαπήθηκαν από την πρώτη στιγμή και παντρεύτηκαν κατά τη διάρκεια του show. Στην οθόνη φάνηκε η καμπίνα τους, τα κομποσκοίνια με τις γαλάζιες χάντρες που ήταν κρεμασμένα παντού, ο Χάρης που καθόταν σε ένα κάθισμα και η Κάτια που στεκόταν όρθια μπροστά του• ολόγυμνη. Ο υπολογιστής έδωσε ήχο: «–κρατάς στα χέρια σου. Πάρε με–» ακούστηκε να λέει η φωνή της καθώς τον κοίταζε με πόθο και η Ρούλα βιάστηκε να σβήσει την οθόνη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Καλό αυτό», σχολίασε ο Μίλτος, «ένα reality μέσα σ’ ένα reality».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Άντε, ρε παιδιά, να ετοιμαστούμε για την απογείωση», έκανε ο Γιάννης χτυπώντας δυνατά παλαμάκια. «Πώς τους ήρθε να βάλουν όλες αυτές τις χάντρες, τι κόλλημα...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τρία λεπτά πιο πριν, στην καμπίνα του Χάρη και της Κάτιας. Η κοπέλα καθόταν στο τραπέζι και έγραφε στο ημερολόγιό της με μεγάλη προσοχή, χωρίς να κοιτάζει τον Χάρη που δοκίμαζε τα καθίσματα να δει αν είναι βολικά. «Σε νιώθω λίγο απόμακρο τον τελευταίο καιρό», έκανε σε κάποια στιγμή χωρίς να σηκώσει το κεφάλι της. «Μπορεί και να κάνω λάθος, δεν ξέρω» συμπλήρωσε με ύφος: &lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;Δεν Κάνω Λάθος, Το Ξέρω Καλά&lt;/span&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έπεσε μία σιωπή γεμάτη νόημα κι ο Χάρης κατάλαβε ότι έπρεπε να πει κάτι και γρήγορα. Στριφογύρισε λίγο στο κάθισμα προσπαθώντας να βολευτεί, «ε... τι εννοείς;» ρώτησε και σταύρωσε τα πόδια του. Αποτυχία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Χάνεσαι. Κλείνεσαι στον εαυτό σου. Κάθεσαι μόνος και παίζεις χαρτιά με τις ώρες. Στην αρχή ανησυχούσα ότι σου την έπεσε η Ρούλα...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Α, όχι!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«...όμως κατάλαβα ότι δεν ήταν αυτό. Τώρα ανησυχώ πιο πολύ», δήλωσε και προσηλώθηκε στο ημερολόγιό της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Χάρης αναρωτήθηκε γιατί ανησυχούσε η Κάτια, γιατί δεν του κατέβαινε κάτι έξυπνο να πει και γιατί καμία στάση δεν τον βόλευε. «Δεν καταλαβαίνω, τι εννοείς;» ξανάπε και κατάλαβε ότι δεν έπρεπε να έλεγε τίποτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Αυτό εννοώ». Η κοπέλα έκλεισε το ημερολόγιο, σηκώθηκε όρθια και με μία αποφασιστική κίνηση πέταξε τη στολή της. «Δε σ’ αρέσω; Δε με θέλεις; Γουστάρεις περισσότερο τη γαμημένη την τράπουλα παρά εμένα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Όχι, δεν είναι έτσι...» νιαούρισε παραπονεμένα ο Χάρης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ε, τότε, μη σε ξαναδώ να την κρατάς στα χέρια σου. Πάρε μετάθεση για άλλη καμπίνα αν έβαλες σκοπό να περάσεις το ταξίδι χαρτοπαίζοντας» είπε και τον κοίταξε φαρμακερά ξεχνώντας ότι ήταν γυμνή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Χάρης ένιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος. Γιατί του έκανε τη ζωή δύσκολη η Κάτια; Δεν μπορούσε να το καταλάβει. Το μόνο που ήθελε αυτός ήταν η ησυχία του... Διάολε, η ησυχία του! Την κοίταξε παρακλητικά ξεχνώντας ότι ήταν γυμνή: «Έλα… ας ετοιμαστούμε για την απογείωση».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η αντιβαρυτική εκτόξευση δεν είναι τόσο εντυπωσιακή όσο η πυραυλική, με αντίστροφες μετρήσεις, καπνούς, φωτιές και τέτοια εφέ. Όταν ήρθε η μεγάλη στιγμή, ο &lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;Οδυσσέας &lt;/span&gt;απλώς έβγαλε ένα κλαψιάρικο βουητό. Έγειρε απαλά στη μία μεριά σαν μεθυσμένος, κατόπιν ισορρόπησε σηκώνοντας και την άλλη μεριά, στάθηκε για μια στιγμή σημαδεύοντας το μεσημεριάτικο ουρανό και ξεχύθηκε προς το ζενίθ, σαν πλανητικό κυνηγόσκυλο που ορμάει στο ουράνιο θήραμά του. Η Ιστορία καταχώρησε στο βιβλίο της το ‘Διαστημόπλοιο &lt;span style="FONT-STYLE: italic"&gt;Οδυσσέας&lt;/span&gt;’ αμέσως μετά το λήμμα ‘Δήλος’ και πριν το ‘Δωδώνης Μαντείο’.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το μόνο που ήξεραν οι πέντε αστροναύτες ήταν ότι κινούσαν στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα. Το μόνο που ήξερε η ανθρωπότητα ήταν ότι επρόκειτο να πραγματοποιήσει το μεγάλο της όνειρο: να εξερευνήσει το διάστημα με άφθονο σεξ &amp;amp; βία, και να παρακολουθήσει την περιπέτεια τηλεοπτικά. Η αλήθεια όμως ήταν πως όλη αυτή η επιχείρηση αποτελούσε απλώς την κορυφή του παγόβουνου... Άλλες, συμπαντικής σημασίας εξελίξεις κρέμονταν πάνω από την Ελλάδα, ένας φριχτός κίνδυνος απειλούσε να καταστρέψει μια για πάντα τη χώρα κι αυτό κανείς δεν το ήξερε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όμως, για να κατανοήσουμε το θέμα πρέπει να ξεκινήσουμε από την αρχή. Από την ίδια την Αρχή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="TEXT-ALIGN: right"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;span style="FONT-WEIGHT: bold"&gt;(συνεχίζεται &lt;a href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/blog-post_19.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;)&lt;/span&gt;&lt;/span&gt; &lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7531026387033976388-8520745574276505071?l=greeksinspace.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://greeksinspace.blogspot.com/feeds/8520745574276505071/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7531026387033976388&amp;postID=8520745574276505071' title='4 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/8520745574276505071'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/8520745574276505071'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/blog-post_20.html' title='Ι. Η Αρχή'/><author><name>Elias</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15006996975439612683</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp3.blogger.com/_YHNOnzheP1M/SAyKkrFT8jI/AAAAAAAAAQ4/UJOUxl5gWug/S220/arizona.jpg'/></author><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7531026387033976388.post-4623806226166314890</id><published>2008-06-23T14:17:00.000-07:00</published><updated>2009-07-19T21:00:56.399-07:00</updated><title type='text'>0. Εισαγωγή</title><content type='html'>Δε θα αποτύχαινε αυτήν τη φορά, το ήξερε. Είχε μελετήσει καλά την Τελετή της Ενοικίασης, είχε τα αστέρια με το μέρος του, τα είχε όλα. Καθώς φορούσε την γκρίζα ρόμπα, η ματιά του έπεσε στον αστερισμό της Κόρης έξω από το παράθυρο. Έμοιαζε να λάμπει περισσότερο απόψε, σαν να είχε κατέβει πιο χαμηλά, σαν να έσκυβε για να κοιτάξει μέσα στην κάμαρά του. Τράβηξε τις βαριές βελούδινες κουρτίνες στο παράθυρο, παρακάλεσε σιωπηλά την Κόρη να τον βοηθήσει και πλησίασε στο βωμό. Απόψε θα άνοιγαν οι Φιλντισένιες Πύλες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άρχισε ψάλλοντας το Κάλεσμα και άναψε τελετουργικά τα έξι κεριά. Απαγγέλλοντας κατόπιν την Επίκληση, ο νους του άδειασε από όλες τις σκέψεις και συγκεντρώθηκε σε ένα μοναδικό σημείο: στο σκιάχτρο επάνω στο βωμό. Συνέχισε να επαναλαμβάνει τα λόγια της Επίκλησης ενώ χάραζε με αίμα έναν κύκλο επάνω στο σκιάχτρο. Ήταν μεγάλο και ανατριχιαστικά ανθρωπόμορφο, σαν να είχε φτιαχτεί από ανθρώπινο τομάρι παραγεμισμένο με άχυρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σαν;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έτσι ακριβώς είχε φτιαχτεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παρίστανε έναν ιδιαίτερα ψηλό ενήλικα• οι ραφές στα κατάλληλα σημεία σχημάτιζαν ένα υποτυπώδες κεφάλι, θώρακα και άκρα, και το αποτέλεσμα θα ήταν μάλλον κωμικό αν δεν είχε τσιτωθεί τόσο φρικιαστικά το δέρμα στο πρόσωπο, αν τα στενά ζυγωματικά και το ανύπαρκτο σαγόνι δεν απέπνεαν αυτήν την αλλόκοσμη έκφραση παράνοιας. Κοιτούσε τώρα ένα ράφι στη βιβλιοθήκη του απέναντι τοίχου με μάτια άδεια από ζωή, μία μούμια ζαρωμένη και μαυρισμένη καθώς περίμενε τον Ένοικό της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα λόγια της Επίκλησης έβγαιναν κοφτά από τα χείλη του. Όταν ήρθε η κατάλληλη στιγμή, πήρε ένα κερί, στάθηκε πάνω από το κεφάλι του σκιάχτρου και εκστόμισε την Επωδό της Ενοικίασης. Μία απότομη ριπή αέρα απ’ έξω τίναξε τις κουρτίνες στο παράθυρο και έκανε τις φλόγες των κεριών να τρεμοπαίξουν. Είδε φευγαλέα τα δύο φεγγάρια στο νυχτερινό ουρανό να λάμπουν κοκκινωπά, ενώ η Κόρη είχε χαθεί πέρα από αυτά. Η κάμαρα ξαφνικά έμοιαζε γεμάτη από φευγαλέες οπτασίες και ημισχηματισμένες μορφές, σημάδι ότι το Πέπλο της Αράχνης που χώριζε τον κόσμο των ζωντανών από τον κόσμο των νεκρών, λέπταινε όλο και περισσότερο. Σταγόνες από λιωμένο κερί έπεφταν στο χέρι του, ήξερε ότι τον έκαιγαν αλλά δεν ένιωθε τον πόνο. Γι’ αυτόν υπήρχε μόνο η Επωδός και η φιγούρα επάνω στο βωμό. Οι Φιλντισένιες Πύλες άνοιγαν, ο Ένοικος ερχόταν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Συνέχισε να επαναλαμβάνει για πολλή ώρα τα λόγια της Επωδού. Τα κεριά έλιωσαν και άρχισαν να σβήνουν. Η φωνή του έγινε ένα ψιθυριστό κρώξιμο, τα μάτια του είχαν κοκκινήσει και μία φλέβα στο λαιμό του είχε πρηστεί. Το ξαφνικό κάψιμο στο χέρι του τον πόνεσε απρόσμενα και με μία ανακλαστική κίνηση πέταξε τα απομεινάρια του κεριού. Το σκιάχτρο όμως συνέχιζε να παραμένει ξενοίκιαστο• ακίνητο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχε αποτύχει κι αυτήν τη φορά, το ήξερε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;span style="font-weight: bold;"&gt;(συνεχίζεται &lt;a href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/blog-post_20.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;)&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7531026387033976388-4623806226166314890?l=greeksinspace.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://greeksinspace.blogspot.com/feeds/4623806226166314890/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7531026387033976388&amp;postID=4623806226166314890' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/4623806226166314890'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/4623806226166314890'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/blog-post.html' title='0. Εισαγωγή'/><author><name>Elias</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15006996975439612683</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp3.blogger.com/_YHNOnzheP1M/SAyKkrFT8jI/AAAAAAAAAQ4/UJOUxl5gWug/S220/arizona.jpg'/></author><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7531026387033976388.post-6955998712495214225</id><published>2008-06-22T02:32:00.000-07:00</published><updated>2009-07-17T16:48:34.335-07:00</updated><title type='text'>Περί Τίνος Πρόκεται;</title><content type='html'>Περί μιας νουβέλας ΕΦ.&lt;br /&gt;Το πρώτο μέρος της δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στους &lt;em&gt;Δραματουργούς Των Γιανν&lt;/em&gt; από τον Οκτώβριο του 2004 μέχρι τον Οκτώβριο του 2007. Γράφτηκε κατά 80% τον Ιούνιο του 2002, κατόπιν κοιμήθηκε εξίμισι χρόνια σε διάφορες δισκέτες, σκληρούς δίσκους και φλασάκια, για να ολοκληρωθεί τους πρώτους μήνες του 2009. Περίεργη που είναι η ζωή, ε;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν υπάρχουν ημερομηνίες, ο αναγνώστης πρέπει να δουλέψει με τη Λίστα Κεφαλαίων στο πλάι ή με τα links στο τέλος κάθε ανάρτησης. Κάθε σχόλιο ευπρόσδεκτο. Η αναπαραγωγή επιτρέπεται, η αναφορά στον δημιουργό είναι δείγμα ευγένειας. Το αντίθετο είναι δείγμα γαϊδουριάς. Τότε που το πρώτο μέρος δημοσιευόταν στους παλιούς καλούς &lt;span style="font-style: italic;"&gt;Δραματουργούς&lt;/span&gt;, έγραφα κι από μία μικρή Περίληψη Προηγουμένων στην αρχή κάθε επόμενης συνέχειας. Μου αρέσουν οι περιλήψεις αυτές, δίνουν ένα άρωμα νοσταλγίας, και λέω να τις διατηρήσω εδώ. Χρειάζομαι οπωσδήποτε το σαββατοκύριακο για μία τελευταία ματιά στα κείμενα, γι' αυτό και θα αναρτώ περίπου ένα κεφάλαιο τη βδομάδα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κανένας Έλληνας δε βασανίστηκε ή σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια της συγγραφής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span&gt;Μπορείτε να ξεκινήσετε από &lt;a style="font-weight: bold;" href="http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/blog-post.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt; και καλή σας διασκέδαση. &lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7531026387033976388-6955998712495214225?l=greeksinspace.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://greeksinspace.blogspot.com/feeds/6955998712495214225/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7531026387033976388&amp;postID=6955998712495214225' title='3 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/6955998712495214225'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7531026387033976388/posts/default/6955998712495214225'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://greeksinspace.blogspot.com/2008/06/blog-post_22.html' title='Περί Τίνος Πρόκεται;'/><author><name>Elias</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15006996975439612683</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp3.blogger.com/_YHNOnzheP1M/SAyKkrFT8jI/AAAAAAAAAQ4/UJOUxl5gWug/S220/arizona.jpg'/></author><thr:total>3</thr:total></entry></feed>
